γέρε χρόνε φύγε τώρα, πάει η δική σου η σειρά…

Τελευταίες (σχεδόν) σκέψεις του χρόνου.

Λίγο πριν φύγω για τη δουλειά με προλαβαίνουν οι καλαντάρηδες. Έτσι και τα Χριστούγεννα. Τότε, βέβαια, ήταν πολύ ευχάριστη έκπληξη! Άνοιξα την πόρτα και αντίκρυσα δυο τοσοδούλια παιδάκια, ένα μαυράκι κι ένα ασπράκι κι ήθελα να μπορούσα να τους δώσω όχι μόνο λεφτά, αλλά όλα τα παιχνίδια του κόσμου! Και στο μετρό κάλαντα παντού. Από την άλλη άκρη του συρμού ακουγόταν παιδικές φωνές να τραγουδούν, η μία λίγο πιο τσιριχτή, κοριτσίστικη όλο και πλησίαζε. Τελικά μέσα από τους ανθρώπους που είχαν στριμωχτεί στο βαγόνι ξεπρόβαλε ένα κεφαλάκι σχεδόν αχτένιστο, με μια πλεξούδα και πολλά ατίθασα τσουλούφια. Πήγε να προσπεράσει. «Έλα εδώ», της είπα και της έδωσα ένα ευρώ. Μου ’σκασε ένα πλατύ χαμόγελο και μου είπε «Και του χρόνου!». Χαμογέλασα κι εγώ και της είπα το ίδιο.

Στο γραφείο, αργότερα, ανοίγοντας την πόρτα για να βγω από το ασανσέρ χτύπησα σε κάποιον που ήταν σκυμμένος και κάτι έκανε με ένα μουσικό όργανο. «Συγγνώμη», του είπα. Οι φίλοι του, μια κοπέλα κι ένας νεαρός που κράταγαν κι αυτοί από ένα μουσικό όργανο ο καθένας (μάλλον θα είχαν βγει στη γύρα για κάλαντα), χαμογέλασαν. «Κάπως έτσι αρχίζουν οι μεγάλοι έρωτες», είπε ο φίλος του. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Είχαμε κάπως σαστίσει, αλλά μπορεί και να μου φάνηκε εμένα. Δε βρήκα τίποτα να πω. Μόνο πριν ανοίξω την πόρτα του γραφείου (μα κι αυτήν η πόρτα! Τι δουλειά είχε να βρίσκεται εκεί, μου λες;; χάθηκε, δηλαδή, να καθυστερήσω λίγο ακόμα;;) γύρισα, του χαμογέλασα και μπήκα.

Νωρίτερα το πρωί άκουσα στο ραδιόφωνο ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, κάποιος έπεσε στις ράγες του ηλεκτρικού. Μέρες γιορτινές..Κι όμως, ποτέ δεν σκεφτόμαστε ότι οι μέρες αυτές που τόσο προσμένουμε, για κάποιους ανθρώπους είναι οι πιο δύσκολες του χρόνου.

Ο εκφωνητής στο ραδιόφωνο μιλάει για το «μαζί». Τι μικρή λέξη και τι μεγάλη συγχρόνως, σκέφτομαι. Μαζί… κύριε εκφωνητή δύσκολα μου βάζεις. Πώς κάναμε τόσο δύσκολη τη ζωή; σκέφτομαι κάπου κάπου. Σε ποια καμπή της μας ξέφυγε; Γιατί τόσα «θέλω» μαζεμένα; Και πώς αλλιώς, θα μου πεις…

Πήγα προχτές στην Πολιτεία να αγοράσω παραμύθια. Κατέληξα σε Τριβιζά. Μεγάλος παραμυθάς. Από τους μεγαλύτερους σύγχρονους, μη σου πω κι ο πιο μεγάλος. Το ένα ήταν κακέκτυπο και το γύρισα πίσω χτες για να μου το αντικαταστήσουν. Δεν το είχαν..συμφορά! κι είχα αφήσει το παραμύθι στη μέση. Συμβιβάστηκα να πάρω ένα άλλο και να ξαναπεράσω όταν θα το είχαν παραγγείλει. Η πωλήτρια με παραπέμπει στα τρία ράφια με Τριβιζά. Τα κοίταξα, τα ξανακοίταξα..«Δεν έχετε για μεγαλύτερες ηλικίες;» ,τη ρώτησα,«αυτά είναι σχεδόν γεμάτα με ζωγραφιές». «Εσείς για τι ηλικία θέλετε; Πόσο είναι το παιδάκι;» με ρώτησε. Τι να της πω τώρα..κοντοστάθηκα, το μάτι μου έπεσε στο οπισθόφυλλο των «μαγικών μαξιλαριών» όπου έγραφε «για παιδιά ηλικίας 9 ετών και άνω». «Ε, να, σαν αυτό, ας πούμε, 9 ετών και άνω!» της είπα! Ε, κι αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι και ψέματα. Κι εγώ 9 ετών και άνω είμαι, αφού 🙂

Φεύγει, λοιπόν,και το 2008, μας αφήνει. Κλείνω τα μάτια σφιχτά κι εύχομαι με όλη μου τη δύναμη το 2009 να ‘χουμε περισσότερη αγάπη μέσα μας και γύρω μας. Κι όταν θα έρθει η στιγμή να το αποχαιρετήσουμε κι αυτό, να ’χουμε μόνο καλά να θυμόμαστε.

Καλή χρονιά σε όλους!

Advertisements

«Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου»

dali_reloj2Χτες βράδυ το ρολόι- ξυπνητήρι μου (χωρίς, όμως, καμία χρηστική αξία, αφού επιμένω να το έχω χωρίς μπαταρία από εκείνη τη μέρα που με επισκέφτηκαν στη Γαλλία τα δύο Γ, χαρίζοντάς μου το) αυτοκτόνησε. Έπεσε (ή μήπως σάλταρε;) από το πάνω-πάνω ράφι της βιβλιοθήκης μου παρασύροντας στην πτώση του και την κάμερα που είχα πρόχειρα ακουμπήσει εκεί πριν μέρες. Έπεσε με έναν πάταγο περί την δευτέραν πρωινήν, ξυπνώντας με απότομα. Μισάνοιξα τα μάτια μου και σηκώθηκα παραπατώντας να δω τι συνέβη. Το είδα πεσμένο κάτω και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι θα’γινε σεισμός. Σεισμός, όμως, δεν είχε γίνει, κι έτσι ακόμα αναρωτιέμαι τι μπορεί να το ώθησε στο απονενοημένο τούτο διάβημα…

* Salvador Dalí, Soft watch at the moment of first explosion

 

dreaming of a white Christmas

Αυτές τις γιορτές δεν έλαβα καμία κάρτα με το ταχυδρομείο.

Έλαβα ευχές ηλεκτρονικές.

Ας είναι.

Εγώ τις δικές μου θα τις στείλω με τον παλιό, καλό κι αγαπημένο τρόπο. Με κάρτες.

Η χαρά αυτή του να βρίσκεις ένα φάκελο με τ’ όνομά σου στο γραμματοκιβώτιο
δε συγκρίνεται.

Κατά τ’ άλλα περιμένω πώς και πώς να χιονίσει.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το ότι έπιασε κρύο ή το ότι χιόνισε θα’πρεπε να
αποτελεί είδηση στα  δελτία μες στην καρδιά του χειμώνα…

Τι πιο φυσικό από το κρύο την εποχή αυτή.

Και τι πιο όμορφο.

‘Οπως και οι συναντήσεις με φίλους.

Χτες πήγαμε στο καινούριο σπίτι του Π.

Πολύ όμορφο το έκανε.

Απόψε θα μαζευτούμε σε μένα.

Αγαπημένη συνήθεια των γιορτών.

Βάζω τα δυνατά μου με την κουζίνα.

Το σπίτι γέμισε μυρωδιές.

Έχω ανοίξει ραδιόφωνο, Μελωδία.

Τι όμορφες μουσικές…

Σκέφτομαι πως οι φίλοι μας είναι η περιουσία μας.

Θησαυρός, όχι αστεία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το συνειδητοποιώ.

Κάθε φορά, όμως, που το σκέφτομαι, νιώθω μια πληρότητα μέσα μου,
μια ασφάλεια.

Αν έχουμε υγεία, αν έχουμε ανθρώπους ν’ αγαπάμε και να μας αγαπούν, τι άλλο θα μπορούσαμε να θέλουμε;

Εγώ, μια φορά, είμαι ευτυχισμένη!

Και τίποτα, μα τίποτα παραπάνω δε ζητώ τις μέρες αυτές.

χθες βράδυ…

Τα κόκκινα παπούτσια μου ανέβαιναν  την Πανεπιστημίου.

Ούτε ενα αμάξι στο δρόμο.

«Δε σου φαίνεται παράξενη όλη αυτή η ησυχία;» είπε ο Α.

«Όχι, μ’ αρέσει».

«Δε σου δημιουργεί την εντύπωση ότι κάτι θα ξεσπάσει από στιγμή σε στιγμή; Εμένα πάντως μου φαίνεται ύποπτη τέτοια ησυχία..»

«Όχι, μ’αρέσει η πόλη έτσι. Έχω την εντύπωση ότι έχουμε γιορτή!»

dsc00577

Στρίβουμε στην Ιπποκράτους.

Έξω από τη Λέσχη ένα τσούρμο παιδιών συζητά.

«Τι έγινε, κλειστά είναι;»

Δεν ήταν.

Μέχρι να ανεβοκατέβουμε τη σκάλα, ακούμε ότι έκλεισαν την πόρτα γιατί γίνονται, λέει, επεισόδια.

«Μα ποια επεισόδια; από εκεί περάσαμε αφού, δε γίνεται τίποτα».

Παραπληροφόρηση.

Ή υπερβολή.

dsc00585

Ξάφνου  3-4 κορίτσια τρέχουν προς την πόρτα, ανάμεσά τους η Γ.

«Τι έγινε, πού πάτε;»

«Τραγουδάει ο Χαρούλης!»

Χαμογέλασα.

Εδώ ισχύει το αντίστροφο του γνωστου ρητού «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Ή κάτι τέτοιο.

Έστω.

Ξαναβγήκαμε κι εμείς.

dsc00580

Κάπου σ’ έναν τοίχο στην Κοραή έγραφε:

Δε θέλουμε άλλη αδιαφορία.

«Να, αυτό είναι!», είπα στον Α.

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία.

Κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά…




(Η συνέχεια της βραδιάς έλαβε χώρα στην Πανόρμου.

Με άλλους προβληματισμούς.

Πιο ανάλαφρους αυτή τη φορά.

Πώς μ΄αρέσουν τα βράδια στην πόλη με φίλους…)

Θα ‘ρθει καιρός

Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράγματα. Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
-μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσαι η ελπίδα
άκου, θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απ’ έξω
και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θα ‘μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.

Κατερίνα Γώγου

και μετά…τι..;

 Έτυχε σήμερα να παρευρεθώ σε ορκομωσία στα Προπύλαια και λυπήθηκα βαθύτατα ακούγοντας τον απεγνωσμένο λόγο του Αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρίου Καράκωστα και βλέποντας τον να κλαίει για όλα όσα συνέβησαν τις μέρες αυτές. Και περπατώντας μετά στο δρόμο κι αντικρύζοντας όλη αυτή την καταστροφή, μου’ρθε να βάλω κι εγώ τα κλάματα. Όχι για τις ζημιές. Τα τζάμια κι οι βιτρίνες άψυχα πράγματα είναι και θα ξαναγίνουν. Για όλο αυτό το μένος που φώλιασε στις καρδιές τόσων ανθρώπων λυπήθηκα (πού βρέθηκε τόσο μίσος; πού;) και για τον τρόπο που διάλεξαν να το εκφράσουν. Και που, όσο κι αν προσπαθώ, μου είναι αδύνατο να το δικαιολογήσω. Κι εγώ κι οι συνομήλικοί μου σ’ αυτή τη γενιά ανήκουμε, των 400 και των 700 ευρώ, μας αηδιάζουν τα σκάνδαλα, μας κούρασε η διάψευση, μας θυμώνει όλη αυτή η σαπίλα, μας εξοργίζει η ανοχή κι η υποκρισία αυτού του κράτους που κάνει αισθητή την απουσία του συνεχώς. Αλλά δεν βγήκαμε με πέτρες και λοστούς να κάψουμε και να κλέψουμε. Όχι.

Και τι κατάλαβαν; Έκαψαν, έσπασαν, έκλεψαν… ωραία… Και μετά τι..;

Κι ύστερα γυρίζοντας σπίτι είδα στο δρόμο μια κοπέλα να ψάχνει στα σκουπίδια. Κι ωστόσο να αποπνέει μια καταπληκτική αξιοπρέπεια. Και συνειρμικά σκέφτηκα την άλλη κοπέλα που είδα στην τηλεόραση να κλέβει και να αρπάζει ό, τι προλάβαινε από  μαγαζί οπτικών που είχαν προηγουμένως σπάσει οι κουκουλοφόροι. Και αναπόφευκτα έκανα τη σύγκριση. Και πόσο μα πόσο ντράπηκα… για την κατάντια μας και για το αύριο που μας περιμένει.

Όλα από την τραγική έλλειψη παιδείας μας ξεκινούν και δυστυχώς εκεί καταλήγουν. Και λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι μετά από όλα αυτά μια νέα μέρα ξημερώνει, ένα καινούριο αύριο, καλύτερο, ετοιμάζεται… Πολύ φοβάμαι πως όσο κι αν θέλω να το δω έτσι, κατά βάθος είμαι πεπεισμένη ότι δε θα αλλάξει τίποτα-προς το καλύτερο, τουλάχιστον…

The show must go on…

 

Κατά καιρούς αναρωτιέμαι πώς γίνεται κι ο χρόνος κυλάει το ίδιο για όλους μας.

Αυτές τις μέρες κυρίως η σκέψη αυτή επιστρέφει επίμονα και δε μ’ αφήνει σε ησυχία.

Δε μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να χάνεται ένα παιδί και την αμέσως επόμενη μέρα να πάμε όλοι στις δουλειές μας, στα ψώνια, να συνεχίζουμε την καθημερινότητά μας σαν τίποτα να μη συνέβη, σαν αυτό το παιδί να μην υπήρξε ποτέ.

Παράξενο δεν είναι;

Ένα παιδί δε θα ξανανοίξει τα μάτια, δε θα πάει ξανά στο σχολείο, δε θα’ χει ποτέ την ευκαιρία να μεγαλώσει… και παρόλα αυτά η ζωή συνεχίζεται κανονικά, πάμε στο γραφείο σαν τίποτε να μην έγινε, κανονίζουμε την επόμενη βόλτα, την επόμενη εκδρομή, το επόμενο ταξίδι, περιμένουμε τα Χριστούγεννα…

Και δε μας πολυνοιάζει κιόλας σε τι κράτος ζούμε, αν ζούμε σε κράτος, αν η κοινωνία μας είναι μόνο κατ’ επίφαση οργανωμένη αλλά στην ουσία μπάζει από παντού, αν καταλύονται τα δικαιώματά μας και των συνανθρώπων μας, αν έννοιες όπως «δικαιοσύνη» και «ισότητα» ευτελίζονται καθημερινά (και η προσβολή αυτή δεν είναι μόνο κρατική…), δε μας απασχολεί η  έλλειψη παιδείας μας και η τραγική αναισθησία που μας χαρακτηρίζει ενίοτε. Πόσο ανώδυνα φαντάζουν όλα από το παρατηρητήριο του καναπέ μας, πόσο προστατευμένοι νιώθουμε, αλήθεια…

Κι απ’ την άλλη είναι κι όλες αυτές οι καταστροφές που σε τίποτα δεν εξυπηρετούν. Δεν είναι τρόπος αυτός να εκδηλώνουμε την οργή μας, την καταστροφή του διπλανού μας καμιά αιτία δεν τη δικαιολογεί, το χέρι που πετάει την πέτρα καμιά λογική δεν το οπλίζει. Κι αν αυτή η πέτρα βρει κάποιο άλλο παιδί στο κεφάλι; Κατά πόσο θα διαφέρει από τη σφαίρα που βρήκε τον Αλέξη στην καρδιά; Γιατί να γινόμαστε ίδιοι με αυτούς που καταδικάζουμε; Γιατί;

Δυστυχώς ή ευτυχώς οι άνθρωποι εύκολα ξεχνάμε. Είναι κι αυτό αναγκαίο καμιά φορά για να πάμε παρακάτω, η λήθη δεν είναι πάντα αρνητικά χρωματισμένη.

Όμως πόσες ακόμη καταστροφές θα γίνουν μέχρι να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας; Και –το κυριότερο- πόσα παιδιά ακόμη θα πρέπει να χαθούν για να βγούμε επιτέλους από το λήθαργό μας;

 

epeisodia

How many roads must a man walk down
Before you call him a man?
Yes, ‘n’ how many seas must a white dove sail
Before she sleeps in the sand?
Yes, ‘n’ how many times must the cannon balls fly
Before they’re forever banned?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind,
The answer is blowin’ in the wind.

How many times must a man look up
Before he can see the sky?
Yes, ‘n’ how many ears must one man have
Before he can hear people cry?
Yes, ‘n’ how many deaths will it take till he knows
That too many people have died?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind,
The answer is blowin’ in the wind.

How many years can a mountain exist
Before it’s washed to the sea?
Yes, ‘n’ how many years can some people exist
Before they’re allowed to be free?
Yes, ‘n’ how many times can a man turn his head,
Pretending he just doesn’t see?
The answer, my friend, is blowin’ in the wind,
The answer is blowin’ in the wind…