Μαθήματα αριθμητικής

doisneauΕίμαι ένας μονός αριθμός.  Με τους ζυγούς αριθμούς δεν έχω πολλά πολλά. Δε θυμάμαι να μου άρεσαν και ποτέ, δηλαδή. Αυτή η αλαζονική αυτάρκειά τους, η αψεγάδιαστη αρτιότητά τους (άρτιοι, άλλωστε, είναι ο μαθηματικός ορισμός για τους ζυγούς)  με ξενίζει. Άρτιοι… τι πλεονεξία, αλήθεια… Να’ ναι όλοι τους ακέραια πολλαπλάσια του 2 και να  διαιρούνται με τον εαυτό τους, με τη μονάδα, αλλά και μεταξύ τους. Σε δυο ίσα μέρη πάντα. Ενώ οι μονοί, απ’ την άλλη, να αρκούμαστε μόνο στον εαυτό μας και τη μονάδα… και ποτέ να μη μπορούμε να μοιραστούμε ή να μοιράσουμε σε ίσα μέρη. Ακόμη και ο ορισμός μας μοιάζει να μας χλευάζει: Περιττοί…

Το 2 μόνο συμπαθώ. Αλλά αυτό δεν με καταδέχεται. Και έτσι ο αριθμός μου μένει πάντα ενικός. Ο εαυτός μου, η μονάδα.

 

 

 

 

* Robert Doisneau, Un musicien sous la pluie.

Μαθήματα Γεωγραφίας

les amants réguliers

Περπατώ με τα χέρια χωμένα στις τσέπες. Όλο και κάτι βρίσκω να ψηλαφώ. Τελευταία «πέφτω» συνέχεια πάνω σε συνδετήρες. Ξεμένουν εκεί από τα πρωινά στη δουλειά. Τελευταία οι τσέπες μου έχουν σχεδόν πάντα συνδετήρες.

Ένας από τους λόγους που αγαπώ τον χειμώνα είναι και αυτός. Μ’ αρέσει να περπατώ με τα χέρια στις τσέπες, προφυλαγμένα έτσι από το κρύο, αλλά και από την όποια ενδεχόμενη αμηχανία τους. Αναρωτιέμαι τι θα τα κάνω την άνοιξη. Είναι τόσο παρήγορη και δεδομένη η ασφάλεια της τσέπης μου… Αλλά, αν με ρωτάς, θα προτιμούσα να ψηλαφώ την γεωγραφία ενός χεριού. Την όποια ασφάλειά μου θα την αντάλλαζα ευχαρίστως με την αβέβαιη και ανασφαλή ζεστασιά του.

 

 

 

 

* photo: «Les amants réguliers»

Η Κυριακή των ευχών

Α, μα πρέπει να πω για την Κυριακή αυτή. Είχα μέρες να νιώσω τόσο χαρούμενη. Κι ας μη μου αρέσουν πάντα οι Κυριακές, κι ας με μελαγχολούν κάπου-κάπου, σήμερα πέρασα τέλεια με το ένα από τα δύο αγαπημένα μου Κ. Πήγαμε εκδρομή στην πόλη! Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από Ραγκαβά, στην Πλάκα, περάσαμε από Αμάλθεια για ζεστή σοκολάτα/καφέ και κρέπα, κάπου κάτω από την Ακρόπολη αναρωτηθήκαμε αν το δέντρο που βλέπαμε ήταν ακακία, μια κυρία περαστική που μας άκουσε κοντοστάθηκε και μας είπε πως όχι, ακακία δεν ήταν και το έλεγε με σιγουριά γιατί αυτοί λέει, στο σπίτι της είχαν πολλές ακακίες. Μετά ανηφορίσαμε προς Αναφιώτικα, ύστερα πετύχαμε ξενάγηση στο παλιό Πανεπιστήμιο και κάτσαμε λίγο ν’ ακούσουμε, περάσαμε από Αέρηδες, συνεχίσαμε προς Μοναστηράκι, ανακατευτήκαμε με το πολύχρωμο πλήθος στην πλατεία, καταλήξαμε στην πλατεία Αβησσυνίας να χαζεύουμε τα γραμμόφωνα, από εκεί Ψυρρή κι από εκεί στον Κεραμεικό, όπου συναντήσαμε και μια χελωνίτσα. Χρόνια είχα να δω χελώνα… από τότε που μικρή τις παρατηρούσα στην αυλή και στον κήπο της γιαγιάς. Τις αγαπώ γιατί μου θυμίζουν τη γιαγιά μου. Μετά κάτσαμε για πολλή ώρα σε ένα παγκάκι έξω από τον Κεραμεικό και διυλίσαμε τον κώνωπα με τον ήλιο να μας ζεσταίνει τις πλάτες και με την απόφαση να φύγουμε από εκεί μόνο όταν θα έφευγε κι αυτός. Στην οδό Θεσσαλονίκης το παζάρι των ρακοσυλλεκτών μου θύμισε τα Σάββατα που πηγαίναμε με την Ειρήνη στο EMMAUS στη Γαλλία. Ύστερα είπαμε πως θα κάνουμε την Κυριακή μέρα ευχών κι ό,τι μας καπνίσει και το ευχόμαστε θα το κάνουμε αυτομάτως. Και το θέσαμε σε εφαρμογή αμέσως.  Κάτσαμε για ζεστό κρασί και Σινεμαχίες στο Θησείο, ξαναγυρίσαμε στο Μοναστηράκι «θα με πάρεις και μένα ή να πάρω μετρό;» είπα, αλλά την απάντηση την ήξερα και με το που μπήκαμε στο αμάξι λέω «τώρα θα μ’ άρεσε να πάμε, να πάμε και να μη φτάνουμε ποτέ». Η απάντηση ήταν «και δεν το κάνουμε; Προς τα πού λες να πάμε;» Κι έτσι βρεθήκαμε να κατηφορίζουμε την παραλιακή τραγουδώντας μαζί με το ραδιόφωνο και να στεκόμαστε κάπου για να χαζέψουμε τη θάλασσα. Κι ύστερα πάλι πίσω. Μπήκα σπίτι 10 ώρες μετά. Κι ήταν σαν να ’λειψα ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο. Ας είναι αύριο Δευτέρα, δε με νοιάζει. Εγώ μόλις γύρισα από εκδρομή 🙂

 

 

 

 

Κι έκανα και αναμνηστικό άλμπουμ (όχι, παίζουμε:) ):