πρώτο φθινοπωρινό βράδυ

wp 054

Κατηφορίζουμε με την Κ. τη Σόλωνος. Έξω από το ολοκαίνουριο παλιό χημείο κοντοστεκόμαστε.

«Όμορφο δεν είναι; Κάθε φορά που περνάω από εδώ βλέπω νέους με μουστάκι, κοστούμι και καπελάκι, να σαν αυτούς του ΄20, ή μάλλον σαν τους ήρωες του Ξενόπουλου, κρατάνε μήλο ή μανταρίνι και συζητάνε κάτω από τις νεραντζιές. Είναι η ώρα του διαλείμματος».

Η Κ. με κοιτάει και γελάει.

«Και καλά, πώς τους βλέπεις, δηλαδή;»

«Ε, τους βλέπω. Κάθε φορά η ίδια εικόνα. Αλήθεια σου λέω.»

Στρίβουμε και καθόμαστε στη Ναυαρίνου για βυσσινάδα. Ακόμα δεν έχει νυχτώσει. Έχω την αίσθηση πως είναι η πρώτη μέρα του χειμώνα. Έχει δροσιά, φοράμε ζακετάκια και μέσα στις τσάντες μας κουβαλάμε ομπρέλες –για καλό και για κακό. Αυτή η αίσθηση της εισόδου στο χειμώνα –στο φθινόπωρο, έστω- με τρελαίνει!

Μιλάμε με την Κ. για ώρες, λέμε πώς ήταν το καλοκαίρι μας, μου λέει για την Αίγινα και την Τήνο, της λέω για την Αμοργό και για το χωριό, τα σχέδια μας από δω και πέρα, με ρωτάει τι έκανα με τα μεταπτυχιακά κι είναι η μόνη που καταλαβαίνει γιατί δε μ’ αρέσει να πιέζω καταστάσεις και γιατί προτιμώ να αρμενίζω τον καιρό όπως τον βρίσκω («όπως τον εύρω τον καιρό, έτσι τον αρμενίζω» έλεγε ένα τραγούδι στο πανηγύρι της Αμοργού κι η αλήθεια είναι πως μόλις το άκουσα είπα πως είναι –και- για μένα). Λέμε ακόμη για τον Β., δηλαδή εκείνη λέει κι εγώ ακούω. Και κάθε φορά που η Κ. μιλάει για τον Β. λάμπει ολόκληρη, έχει ένα τεράστιο χαμόγελο και τα μάτια της γυαλίζουν. Και χαίρομαι πολύ γι’ αυτήν και μόνο έτσι θέλω να τη βλέπω. Κι ύστερα η Κ. λέει πως άμα ένας άντρας είναι καλός, είναι καλύτερος κι από την καλύτερη γυναίκα. Και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μ’ αυτό. Κι αναρωτιέμαι αν ο Β. αντιλαμβάνεται το μέγεθος της αγάπης της –που σίγουρα, δηλαδή, θα το αντιλαμβάνεται- ή αν έστω το υποψιάζεται. Και μετά η Κ. μου λέει πως σκέφτεται καμιά φορά πόσα χρόνια γνωριζόμαστε (άπειρα) και πως δε νομίζει ότι ποτέ θα αλλάξει κάτι μεταξύ μας, πάντα φίλες θα είμαστε, αλλά γιατί με άλλες φίλες της δεν πετυχαίνει αυτό. «Γιατί», λέει, «με σένα δεν αλλάζει τίποτα ακόμα κι αν κάνω μήνες να σε δω και με τις άλλες αν δε μιλήσουμε μια βδομάδα κόβεται κάθε επαφή;» Κι η αλήθεια είναι πως κι εμένα η Κ. είναι το πιο σταθερό σημείο αναφοράς μου, από καταβολής κόσμου σχεδόν. Αλλά δεν ξέρω να της πω πώς γίνεται. Το μόνο που ξέρω (και που το σκέφτομαι τώρα, δεν της το είπα χθες, αλλά το ξέρει) είναι ότι δε μου αρέσει να πιέζω τους ανθρώπους κι αν για κάτι μπορώ να καυχιέμαι, αυτό είναι ότι όσοι είναι δίπλα μου είναι καθαρά από επιλογή δική τους κι από επιλογή δική τους θα φύγουν κάποτε αν το θελήσουν.

Κι ύστερα εκεί που καθόμαστε έρχεται ένας τοξικομανής και αρχίζει να μας λέει πως δεν το αρνείται ότι είναι τοξικομανής, αλλά αν μπορούμε να του δώσουμε λίγα ψιλά κι η Κ. με κοιτάει και μου λέει «έχεις;» και ψάχνουμε τα πορτοφόλια μας κι αυτός αρχίζει τις ευχαριστίες και δεν αντέχω να μην του πω «γιατί μας ευχαριστείς εμάς; Στον εαυτό σου γιατί το κάνεις αυτό, δεν καταλαβαίνω» κι εκείνος με ύφος βαθυστόχαστο μου απαντάει «άστο είναι πολύ μακάβριο». Και θέλω πραγματικά να τον ρωτήσω «πόσο πιο μακάβριο από αυτό που βλέπω, δηλαδή;». Αλλά τελικά του δίνω τα ψιλά και δε λέω τίποτα. Κι ύστερα έρχεται κι άλλος, πιο μεγάλος αυτός, στην ηλικία του μπαμπά μου. Του λέω πως τα ψιλά μας τα δώσαμε σε κάποιον που πέρασε προηγουμένως κι εκείνος απαντάει «δεν πειράζει, καλή καρδιά». Κι ήθελα να τον αγκαλιάσω και να του πω πως δεν είναι μόνος και να τον κεράσω μια μπίρα ίσως. Αλλά πάλι δεν έκανα τίποτα.

Ανηφορίζοντας προς το σπίτι του Β. (και της Κ. τον τελευταίο χρόνο) της λέω πόσο τη ζηλεύω αυτή τη γειτονιά.

«Αλήθεια;» μου λέει.

«Αλήθεια. Δε σου’ χω πει ότι θέλω έστω και έναν μόνο χρόνο να τον ζήσω εδώ; Στην καρδιά της πόλης».

«Τώρα πώς θα φύγεις;» με ρωτάει. «Θα πάρεις λεωφορείο από Ασκληπιού;»

«Μπα, λέω να κατηφορίσω προς τα κάτω».

Κατεβαίνω τη Μαυρομιχάλη κι έχει τόση ησυχία που νομίζω πως προς στιγμήν χάθηκα κι είμαι σε άγνωστο δρόμο. Αλλά ακόμη κι αν χαθώ, όλα οικεία μου είναι σ’ αυτή την πόλη. 

Ιπποκράτους και Ακαδημίας γωνία κι ενώ περιμένω να περάσω απέναντι, ένα ταξί επιβραδύνει, σχεδόν σταματάει μπροστά μου, ο ταξιτζής κατεβάζει το τζάμι και με κοιτάει. Αστειεύεσαι; Ένα τέτοιο βράδυ μπορώ να περπατώ μέχρι να ξημερώσει.

Advertisements

2 thoughts on “πρώτο φθινοπωρινό βράδυ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s