σκόρπιο

DSC05683

Είχα τρία χρόνια να επιστρέψω. Κι όμως, είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Σαν να κοιμήθηκα για τρία ολόκληρα χρόνια και να ξύπνησα εδώ, απλώς σε άλλο σπίτι και άλλη πόλη. Είναι όμορφα εδώ, όπως τ’ άφησα και όπως τα θυμάμαι. Οι άνθρωποι είναι ευγενικοί, με αποκαλούν «p’tite damme” , με βοηθάνε με τα ψώνια, τα αυτοκίνητα σταματούν πριν καν αποφασίσω ότι θέλω να διασχίσω το δρόμο, όλοι χαιρετάνε όλους..είναι όμορφα εδώ.

***

Μένω στον 10ο όροφο. Από το ένα παράθυρο βλέπω τις στέγες των πιο χαμηλών σπιτιών και από το άλλο πέρα μακριά τις γραμμές του τρένου και τα δέντρα. Καμιά φορά με τη φαντασία μου βλέπω και το ίδιο το τρένο. Όχι αυτό που περνάει κανονικά, άλλο. Είναι κόκκινο, μοιάζει με αυτό του Monet στο St Lazare και καμιά φορά νομίζω πως ακούω το τσαφ τσουφ και φαντάζομαι τον καπνό του.

***

Τα βράδια μου αρέσει να βλέπω τα φώτα της πόλης και τα φώτα στα διαμερίσματα των απέναντι πολυκατοικιών. Είναι σάμπως να έχω ένα τεράστιο κουκλόσπιτο απέναντί μου. Χαζεύω τα γειτονικά σπίτια και φαντάζομαι τις ζωές των ανθρώπων που τα κατοικούν. Είναι κουρασμένοι; Πώς πήγε σήμερα η δουλειά; είναι χαρούμενοι; ‘Η μήπως είναι λυπημένοι; Τι βιβλία διαβάζουν; Τι μουσική ακούν; Άραγε αυτοί με βλέπουν; (σίγουρα, αφού δεν έβαλα ακόμα κουρτίνες).

***

Τις προάλλες δέχτηκα επιδρομή από πασχαλίτσες. Δεν ξέρω πώς μαζεύτηκαν τόσες στο παράθυρό μου (ήταν 6-7) ούτε πώς έφτασαν τόσο ψηλά.

***

Απέναντι από το σπίτι είναι τα σχολεία. Κάθε πρωί διασταυρώνομαι στο δρόμο με αμέτρητα παιδάκια φορτωμένα με τις σχολικές τους τσάντες. Τα πιο μεγάλα πάνε δυο-δυο, τρία-τρία, σε παρέες, μιλάνε δυνατά και γελάνε. Τα μικρούτσικα κρατάνε σφιχτά το χέρι της μαμάς ή του μπαμπά κι είναι τόσο χαριτωμένα έτσι αγουροξυπνημένα και αναμαλλιασμένα… προχτές ένα αγοράκι τράβαγε τόσο δυνατά το μανίκι του μπαμπά του, που το σακάκι του μπαμπά είχε όλο μαζευτεί σε μια μεριά και το χέρι είχε κρυφτεί μέσα στο σακάκι και το αγοράκι ήταν σαν να τραβάει ένα άδειο μανίκι.

 ***

Θέλω να πάρω ποδήλατο. Δεν έψαξα ακόμη, ίσως από Οκτώβρη.

***

Έχω μια δόση εσωστρέφειας τις μέρες αυτές. Δεν ξέρω αν είναι η αλλαγή ή αν είναι τυχαίο. Κι όλο τριγυρνάει στο μυαλό μου εκείνο το ποίημα του Καβάφη.. «Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.»

***

Αυτό που δε μ’ αρέσει είναι η αίσθηση ανασφάλειας που έχω εδώ τα βράδια. Δεν έχω ακόμα μάθει τους δρόμους και φοβάμαι λίγο να κυκλοφορώ μόνη μου. Εδώ με το που πέφτει η νύχτα όλα ησυχάζουν, οι δρόμοι αδειάζουν και στις εννιάμιση δεν κυκλοφορεί σχεδόν ψυχή. Και καθώς κανείς από τους φίλους που έκανα εδώ δε μένει στη γειτονιά μου, πρέπει να γυρίζω ολομόναχη. Να, ας πούμε, προηγουμένως τα χρειάστηκα, γιατί καθώς περπατούσα στον παντελώς άδειο δρόμο έχοντας την αίσθηση ότι είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που περπατάει στη γη αυτήν την ώρα (1:15), ένα αυτοκίνητο επιβράδυνε δίπλα μου, ένας τύπος κατέβασε το τζάμι και άρχισε να λέει διάφορα. Κι άμα καταλάβουν ότι είσαι και ξένη, τότε είναι που δε σταματάνε με τίποτα. Μάζεψα όλο μου το κουράγιο, του είπα σχεδόν αποφασιστικά «laisse-moi tranquile» και με τα πολλά έφυγε. Να, αυτή η ανασφάλεια που νιώθω εδώ δε μ’ αρέσει. Στην Αθήνα όλα είναι πιο απλά, όσο αργά κι αν είναι, πάντα υπάρχει κόσμος στο δρόμο, δε νιώθεις ποτέ μόνος ούτε φόβο. Γι’ αυτό αγαπώ την Αθήνα (καλά, και την Ισπανία).

***

Σήμερα έγραψα σε ένα χαρτάκι με κεφαλαία γράμματα τη φράση-μότο μου: LET’S SAVE PESSIMISM FOR BETTER TIMES και την καρφίτσωσα στον πίνακα ανακοινώσεων.

***

Σκέφτομαι πως είμαι καλά εδώ που βρίσκομαι. Αν εξαιρέσεις τα μαθήματα, τις υπόλοιπες ώρες διάγω μάλλον θα έλεγα βίο μοναχικό, αλλά πραγματικά είναι αυτό που χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Η Κ. μου έλεγε προχθές ότι ποτέ δε θα έφευγε μόνη της σε άλλη χώρα, εμένα πάλι αυτή η αρχή εκ του μηδενός με εξιτάρει. Δεν είναι, άλλωστε η πρώτη φορά. Αλλά γενικά νομίζω πως έτσι κι αλλιώς είμαι άνθρωπος ευπροσάρμοστος, αυτό έχω καταλάβει με τα χρόνια. Και βολικός θα έλεγα (αλλά αυτό ας το κρίνουν άλλοι).

***

Σήμερα στο σούπερ μάρκετ εκεί που περιμέναμε στο ταμείο άκουσα από τα μεγάφωνα Simon & Garfunkel και δεν κατάφερα να αντισταθώ. Άρχισα να τραγουδάω και η μπροστινή κυρία γύρισε και με κοίταγε με απορία. Δεν κατάλαβα αν ήταν γιατί τραγούδαγα ή γιατί τραγούδαγα στα αγγλικά. Δε βαριέσαι, εγώ μια φορά συνέχισα:

 Where have you gone, Joe DiMaggio

A nation turns its lonely eyes to you

Woo, woo, woo

What’s that you say, Mrs. Robinson

Joltin’ Joe has left and gone away

Hey, hey, hey…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s