Πανόρμου

Πρωί Παρασκευής, στη Λουκάρεως. Βλέπει το σταματημένο ταξί έξω από τα δικαστήρια.
-Είστε ελεύθερος; ρωτάει σκύβοντας στο παράθυρο, πριν ανοίξει την πόρτα. Πάντα της φαίνεται μισοαστεία αυτή η ερώτηση.
Ανοίγει την πόρτα, βολεύεται στο πίσω κάθισμα, λέει προορισμό.
-Να πάμε από Πανόρμου ή περιφερειακά; ρωτάει ο ταξιτζής.
Πάντα σ’ αυτή την ερώτηση κοντοστέκεται, δεν απαντά αμέσως.
-Όπως σας βολεύει, λέει τελικά, ρίχνοντάς του το μπαλάκι κι αφήνοντάς τον να αποφασίσει αυτός.
-Ας πάμε από πάνω, λέει εκείνος ξεκινώντας, προκαλώντας της ανακούφιση.
Κι είναι αλήθεια πως νιώθει ξαφνικά μεγάλη ευγνωμοσύνη γι’αυτόν τον άγνωστο ταξιτζή που δεν την αφήνει να αποφασίσει να πάνε από Πανόρμου, που εξαιτίας του -ή, μάλλον, χάρη σ’ αυτόν- θα αποφύγει περνώντας από τη συγκεκριμένη διασταύρωση να στρίψει το κεφάλι της και να κοιτάξει εκείνο το συγκεκριμένο μπαλκόνι, εκείνο το συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο -έτσι κι αλλιώς- είναι και θα είναι πια άδειο. Όχι, δε νιώθει λύπη, είναι κάτι άλλο που δεν ξέρει να το πει. Σαν βραδυφλεγής θυμός που εκδηλώνεται ετεροχρονισμένα, μαζί με ένα παράπονο που δεν έχει πού να το απευθύνει.
Παίρνει βαθιά ανάσα, ο αέρας που μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο τής ανακατώνει τα μαλλιά, χώνεται πιο μέσα στο κάθισμα.
Στο μυαλό της τριγυρνάει αυτό.

Advertisements