❝ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον ❞

❝ Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται….❞

Θα’θελα στη χώρα μου να μην υπήρχαν «ξένοι», να μην τους αντιμετωπίζαμε ως τέτοιους. Θα’θελα η επιχείρηση «Ξένιος Ζευς» να ‘χε ως στόχο αυτό ακριβώς που υποδηλώνει τ’ όνομά της και όχι το ακριβώς αντίθετο. Κι ακόμα- μιας και όλα αυτά είναι, δυστυχώς, στη σφαίρα του ιδεατού-  θα’ θελα να μπορούσαμε να συνυπάρχουμε αρμονικά με τους συνανθρώπους μας, παρα τις όποιες διαφορές φυλής, γλώσσας, θρησκείας.
Απ΄την Τετάρτη που’δα τον κύριο Lazhar στο σινεμά, δε μπορώ να ησυχάσω. Σκέφτομαι τους κύριους Λαζάρ  σε κάθε χώρα, σε κάθε γειτονιά, το πόσα έχουν υποφέρει και ποια τραγική ιστορία κουβάλησε τον καθέναν απ’ αυτούς στα μέρη μας. Που αντί να τους αγκαλιάσουμε για όσα έχουν περάσει, κάποιοι τους χαρακτηρίζουν «υπανθρωπους», τους διώχνουν κακήν κακώς, τους καταδιώκουν, τους μισούν. Τόσο μένος απ΄τη μια και τόση κοινωνική ανοχή σ’ αυτό απ’ την άλλη. Θλίβομαι βαθιά. Δε θέλω μια Ελλάδα για τους Έλληνες, θέλω μια Ελλάδα για όλους.
Χάζευα το μεσημέρι απ’ το μπαλκόνι την ταράτσα του απέναντι δίπατου σπιτιού, που το νοικιάζει μια οικογένεια απ’ την Αίγυπτο. Κάθονταν όλοι μαζί με φίλους ή συγγενείς γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, έτρωγαν, μιλούσαν, γελούσαν και έφταναν ως τ’ αυτιά μου άγνωστοι ήχοι, αραβικές λέξεις δυσπρόφερτες και ακατανόητες, μια όμορφη φασαρία. Τους θυμάμαι από τότε που πρωτομπήκαν στο σπίτι, ο άντρας δεν έχει αλλάξει, θυμάμαι την γυναίκα έγκυο, ύστερα τα δίδυμα-ένα αγόρι κι ένα κορίτσι-  να μπουσουλάνε, να σκαρφαλώνουν στα κάγκελα της βεράντας ώσπου τους ανάγκασαν να βάλουν σίτα για προστασία, θυμάμαι τα γλέντια τους κάτι καλοκαιρινά βράδια να γεμίζουν τη γειτονιά με ήχους ανατολίτικους και τις γυναίκες με τα μαντίλια να χορεύουν καθώς οι άντρες χτυπούσαν παλαμάκια. Στην αρχή νοίκιαζαν μόνο ένα δυο δωμάτια, με τον καιρό και καθώς τα δίδυμα μεγάλωναν, έπιασαν όλο τον πρώτο όροφο και την ταράτσα. Δεν κάνουν πια τόσο συχνά γιορτές, όμως φαίνονται ευτυχισμένοι. Τώρα κοιτώ τα δίδυμα αδερφάκια  και σκέφτομαι πόσο  μεγάλωσαν, πώς γίνεται να’χουν περάσει τόσο γρήγορα τα χρόνια. Και πως δε θέλω ποτέ να φύγουν, θέλω να’μαστε για πάντα γείτονες, να μοιραζόμαστε τις καθημερινότητές μας και στον αέρα να μπερδεύονται τα γέλια και οι μουσικές μας. Για πάντα.

Advertisements

soul kitchen

Είναι μέρες που τη βγάζω με γάλα και δημητριακά, άντε και καμια γρήγορη σαλάτα ή κανένα τοστ, αν όχι κάτι έτοιμο απ’ έξω, γιατί -όσο να πεις- είναι βαρετό να μαγειρεύεις για τον εαυτό σου μόνο. Έτσι κι αλλιώς, αν κάτι υπάρχει πάντα μα πάντα στο ψυγείο, αυτό είναι γάλα και τυριά- θα μπορούσα να ζω τρώγοντας μόνο τυριά: φέτες, γραβιέρες, ροκφόρ, κατσικίσια, παρμεζάνες, πεκορίνο…οτιδήποτε. Και θα’μουν ευτυχισμένη.
Χθες πάντως, δεν ήταν τέτοια μέρα. Γύρισα απ’ τη δουλειά νωρίς, έβαλα τη Fitzgerald και τον Armstrong να παίζουν -κάθε που φινοπωριάζει κι οι μέρες παίρνουν να μικραίνουν η Verve στο σπίτι έχει την τιμητική της- και μαγείρεψα μοσχάρι φιλέτο και πατάτες με μουστάρδα, μέλι και δενδρολίβανο. Είναι μια συνταγή που δεν την είδα πουθενά, απ’ αυτές που δοκιμάζεις να κάνεις με ό,τι υπάρχει στο σπίτι και χωρίς αναλογίες συγκεκριμένες. Και το πιο σημαντικό, είναι μια από τις συνταγές της β’ γαλλικής περιόδου μου, τότε  πρωτοδοκίμασα να τη φτιάξω. Η μυρωδιά και μόνο αυτού του φαγητού με πάει στα 20κάτι τετραγωνικά μου, νομίζω πως θ’ ανοίξω το παράθυρο και θα δω τις γνώριμες κεραμιδοσκεπές και το ποτάμι να ασημίζει στο βάθος, τα ψηλά δέντρα της rue de Londres και τα παιδάκια του απέναντι École Internationale να ξεχύνονται στο δρόμο τιτιβίζοντας.
Είναι απίστευτο το πόσα ταξίδια μπορεί κανείς να κάνει με αφετηρία μια γέυση ή μια μυρωδιά.
Το απόγευμα, γυρίζοντας απ’ το μάθημα,  είπα να διατηρήσω την αίσθηση της ίδιας περιόδου κι έκανα μακαρόνια με έτοιμο πέστο. Το  φαγητό αυτό πάντα μου θυμίζει ένα βράδυ που μιλάγαμε με την Κ. στο skype και λέγαμε πόσο ενθουσιασμένες ήμασταν που βρήκαμε βίδες που βράζουν σε 3 λεπτά κι ήταν το πιο γρήγορο φαγητό που κάναμε τότε που οι μέρες μας μοιράζονταν σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες και βόλτες με το ποδήλατο.
Αργότερα το βράδυ ξανάβαλα την Ella και τον Louis, καθάρισα μήλα κι έκανα ένα crumble που τίποτα δε μου θυμίζει (ακόμα), αλλά που όσο το έφτιαχνα, ένιωθα πως βρίσκομαι σε μια κουζίνα στη Ν. Υόρκη του ’50, εποχή και πόλη  όπου θα’θελα να ζήσω, έστω για λίγο, όταν ανακαλυφθεί η μηχανή του χρόνου. Το έφαγα ζεστό με λίγο γιαούρτι δίπλα, βλέποντας αμερικάνικη ταινία του Scorsese. Η ζωή έχει πολλές ομορφιές, και μια απ’ αυτές είναι, λέω,  οπωσδήποτε το comfort food (που λένε και στο χωριό μας).

καταφεύγοντας στον Τσίρκα

 Μάτια που σε κοιτούνε και δε σαλεύουνε. Μάτια που μαλώνουνε. Η βροχή δυνάμωσε κι ο κόσμος σκοτείνιασε. Το παιδί με την προβιά. Θα του κόψει τουλάχιστο να χωθεί σε καμιά πόρτα για να μη βρέχεται; Αχ, παιδί μου Σταμάτη, αχ Καλλιόπη και Ουρανία, αχ κύρη τους εσύ που τους τα έμαθες αυτά. Γιατί γουμάρια; Γιατί κουρμπάτσι; Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος; Γιατί λοιπόν σκάβετε ένα χαντάκι και χωρίζεστε; Πού θα σας βγάλουν αυτά τα μυαλά; Τρέμω. Θα ‘θελα να μη ζω. Να μη δούνε τα μάτια μου. Θα έρθει μέρα. Βλέπω κόσμο να στριμώχνεται στις προκυμαίες με βουνά γύρω τους τις βαλίτσες και τους μπόγους και τα στρώματα. Και πίσω τους τάφοι γονιών, προγόνων, τάφοι μικρών παιδιών αφημένοι στο έλεος του Θεού. Δίχως καντήλι, δίχως έναν κουβά νερό να ξεδιψάσουν τα κόκαλά τους. Κι όλο το μόχθο, τις γιορτές, τις αγκούσες, πενήντα, ογδόντα, εκατό χρόνων, να θαρρείτε πια πως τις παίρνετε μαζί σας γιατί καρφώσατε όπως όπως μέσα σε σανιδένια μπατάλικα σεντούκια τα έπιπλα και το ρουχισμό και τα σκεύη σας και τίποτε θυμητικά μικροπράγματα. Και θα νομίζετε πως μια και κουβαλήσατε τα πράματα σώσατε μαζί τους τη χαρά και τους έρωτες και τις ελπίδες και τα μεθύσια. Τίποτα δε σώσατε. Μόνο άψυχα πράματα που κάποτε σταθήκαν μάρτυρες. Θα τα στήσετε κάτω από άλλον ουρανό και θα δείτε πως δε θα σας μιλούν, δε θα σας λένε αυτά που περιμένετε. Γιατί θα τα ζεσταίνουν άλλα χνώτα, άλλα βλέμματα, άλλες φωνές. Μη χάνεστε κι ακούστε που σας λέω. Μια ζωή που έζησες, την έζησες, δεν τη βρίσκεις αλλού. Γιατί την έζησες μέσα σε μυρουδιές, μέσα σε φώτα, μέσα σε ήλιους και βροχές, μέσα σ’ ανθρώπους. Κι αυτά όλα θα μένουν πίσω σου και θα τ’ αναζητάς. Θα τριγυρίζετε σαν άταφοι νεκροί που ζητούν ένα λάκκο να πέσουν μέσα να ξεκουραστούν. Και τα γουμάρια και το κουρμπάτσι θα βρίσκονται πίσω σας μίλια και σεις πια μήτε θα τα θυμόσαστε. Εγώ, θα λέτε, να ξεραθεί το στόμα μου αν είπα ποτέ τέτοιο λόγο. Μα τον είπατε, είναι γραμμένος στον αέρα, πάνω στους τοίχους των σπιτιών, μέσα στις φυλλάδες που βγάζατε. Και τούτοι οι άνθρωποι, όσο πονετικοί κι αν είναι, πώς θέτε να τον ξεχάσουνε; Θα τον θυμούνται και θα σας τον θυμίζουνε και σεις θα μετανοιώνετε πικρά. Γι’ αυτό σας λέω μη, μη όσο είναι καιρός.

Θα λέτε: μάνα, και τούτη τη λεκάνη, πίσω μας θα την αφήσουμε; Να σας πω για τη λεκάνη. Το άσπρο σμάλτο της από μέσα είναι τσουκαρισμένο στον πάτο, μια μαύρη ξεγδαρματιά που μεγαλώνει με τα χρόνια, γι’ αυτό θέλει προσοχή στο σαπούνισμα. Έτσι την αγόρασα, μισοτιμής. Αυτού μέσα έπλυνα τα μωρουδιακά σας, από Μιχάλη ως Νίκο, τριάντα χρόνια, μάλιστα. Πώς θαρρείτε πως στήνεται νοικοκυριό άμα ζεις μεροδούλι μεροφάι; Αυτό που αγοράζεις κόβοντας απ’ το ψωμί σου, το καμαρώνεις, το προστατεύεις, γαντζώνεσαι πάνω του. Και το κουβαλάς, απ’ το ισόγειο της Μπαλάξα στο μονόροφο του λαβύρινθου με τα πολλά καφασωτά κι από κει εδώ, κι από δω ποιος ξέρει πού, με τα μυαλά που πηγαίνετε. Ακούς εκεί, γουμάρια! Δεν τη θυμάστε φαίνεται τη λεκάνη γεμάτη ως τη μέση με το αίμα της Ουρανίας. Τη θυμάστε; Ήτανε νύχτα του Οχτώβρη, ζεστή. Το κοριτσάκι από τ’ απόγεμα, σα γύρισε από το σκολειό, παραπονιόταν: Ένα βάρος, μαμά, στο κεφάλι μου. Τη βάλαμε κάτω και πλάγιασε νωρίς. Θα’ τανε εννιά, θα’ τανε δέκα; Ο ποδηλατάς κάτω είχε στήσει το τάβλι στο φως της ασετυλίνης κι έριχνε μόνος τα ζάρια για να γυμνάζεται. Μαμά, φωνάζει η Ουρανία, έλα να δεις. Είχε ανοίξει η μύτη της, τα μαξιλάρια κόκκινα, το νυχτικό της έσταζε. Δεν είναι τίποτε, είπαμε, θα ξεθυμάνει ο πονοκέφαλος. Μα το αίμα έτρεχε βρύση, φέραμε το κοριτσάκι στο αντρέ, φέραμε τη λεκάνη και πιάσαμε τα ξίδια και τα μπαμπάκια. Σκύψε, παιδί μου, μέσα, όχι, όχι, καλύτερα πίσω το κεφάλι σου. Τι γάζες, τι μαντίλια γέμισε. Βρε Μιχάλη, λέω του μεγάλου, η βάρδια του πατέρα σου ακόμη δεν τελείωσε. Πετάξου σ’ ένα τηλέφωνο και πες του να φέρει αμέσως γιατρό. Γιατρό, νύχτα, στο σπίτι; Έβαλε τα κλάματα ο Σταμάτης και πίσω του το Καλλιοπάκι. Η Ουρανία ήτανε σαν το πανί, σκυμμένη πάνω απ’ τη λεκάνη, δεν ήθελε πια να γέρνει πίσω, γιατί το αίμα κατέβαινε στο στομάχι της και την αναγούλιαζε. Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Πάει, το χάνω το παιδί, λέω μέσα μου. Βαστάτε της το κούτελο, τους λέω και πάω στα εικονίσματα. Έπεσα χάμω και χτυπούσα το κεφάλι στο πάτωμα. Παναγίτσα μου, έλεγα, όχι αυτό, είναι αθώο και τ’ αγαπάει τόσο τα γράμματα. Και στο ράψιμο είναι καλό και τ’ αδέρφια της τα πονάει κι είναι η αδυναμία του κύρη της. Μαμά, μου φωνάζουνε, τα χέρια της πάγωσαν. Κι ο Μιχάλης ξεχρόνιζε. Κι έφτασε κάποτε και νόμισα πως έφτασε ο Μεσσίας. Μα τι μου λέει; Ο πατέρας δεν πήγε απόψε καθόλου στη δουλειά. Ω, συμφορά, ω, ανάθεμα σ’ αυτόν που έβγαζε τις τράπουλες. Κάνω έτσι κι όταν είδα τη λεκάνη γεμάτη στα μισά, μου ήρθε σαν τρέλα. Μπα, λέω, αδύνατο τόσο αίμα να είναι του παιδιού, θα ‘χε τελειωσει. Αυτό είναι ξινισμένο κρασί απ’ τη νταμιζανίτσα του μπαλκονιού. Το παιδί χάνεται, Αριάγνη! Άνοιξα τα παράθυρα. Σώστε, χριστιανοί, το χάνω μέσα από τα χέρια μου, φωνάζω. Από κάτω, κάτι μου λέγανε. Σκύβω, ήταν ο Γιούνες μ’ εκείνο το σερσέμη τον πιανίστα το Γερμανό και χάζευαν το τάβλι του ποδηλατά. –Ομ Μεχάλη, τρέχει τίποτα; – Βρε Γιούνες, του λέω, σώσε, το παιδί μου τελειώνει. Ώσπου να το πω ήταν απάνω. Πλατς, πλατς χτυπούσαν τα γυμνά του πόδια στα πέτρινα σκαλοπάτια. Μια και δυο τη σήκωσε στα χέρια και δρόμο κάτω. Πίσω ο Μιχάλης με το παλτουδάκι της, για να τη σκεπάσει. Ξοπίσω τους εγώ με τις παντόφλες και τη νυχτικιά. Πού την πάει; Τρέχα με σαν τρελοί και δεν τον προφταίναμε. Κι από πίσω μας ο μαχαλάς ξεσηκωμένος να ρωτάει: Μα τι γίνηκε, φονικό; Ποιος είχε καιρό να τους εξηγήσει. Όταν φτάσαμε στη Μπουστάνι, τον χάσαμε. Αριστερά, πήρε την Νταουαουίν, μας λέει ένας περαστικός. Κατάλαβα, την πήγαινε στο φαρμακείο που διανυχτέρευε, αντίκρυ στο σαράι του Πασά. Την είχαν κιόλας ξαπλωμένη στο μουσαμαδένιο κρεβάτι. «Ψυχραιμία, κυρία μου», έλεγε ο φαρμακοποιός. «Μην κάνετε έτσι. Τώρα θα φτάσει ο γιατρός. Ευτυχώς κατοικεί από πάνω μας. Πήγε να τον φωνάξει. Μα πού το βρήκατε τέτοιο θηρίο; Κοιτάξτε πώς την έσπασε την πόρτα μου. Αφού τον είδα και του φώναξα έρχομαι, ήταν ανάγκη να την κλωτσήσει; Ποιος θα πληρώσει τώρα τα τζάμια;»

Με το γιατρό άλλο ζήτημα. Τον κατέβασε με τις πυτζάμες. Και τον κρατούσε από το σβέρκο μπας και του φύγει. Μα εκεί το παράκαμνε. Γιατί ο γιατρός ήταν ένας καλότατος άνθρωπος. Μικροκαμωμένος, με μούσι, μιλούσε φαρσί τα ελληνικά, αν κι ήτανε Σαμλής ή κάτι τέτοιο. – Βρε, Γιούνες, του λέω, κατέβασε τα χέρια σου απ’ το γιατρό, δεν ντρέπεσαι; – Ομ Μεχάλη, μού κάνει, άσε με να τελειώσω τη δουλειά κι ύστερα δείρε με.

Έτσι το σώσαμε το κοριτσάκι. Κι όταν γυρίσαμε σπίτι με τ’ αμάξι που μας έφερε ο Γιούνες, και την πλαγιάσαμε στο κρεβάτι κι αποκοιμήθηκε, είδα τη λεκάνη πάνω στο τραπέζι: Θε μου, είπα, αυτό είναι το αίμα του παιδιού μου, πώς να το χύσω στο νεροχύτη; Μα κι αυτό το έκανα κι όταν γύρισε ο κύρης της, ξημερώματα πια, το σπίτι ήτανε συγυρισμένο κι όλα τα παιδιά κοιμόντουσαν σα να μην είχε γίνει τίποτα. – Το γουμάρι, του κάνω, ο ξιπόλητος, που λες καμιά φορά, έσωσε το παιδί μας απόψε. – Ποιος, τι; Κι όταν του τα είπα με το νι και με το σίγμα, τι γυρίζει και μου κάνει; – Κι άφησες αυτόν τον βρωμάραπα να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι μας;

Τη λεκάνη και τα εικονίσματα μπορείτε να τα πάρετε. Ακόμα και το τραπέζι με τον κίτρινο μουσαμά. Και την Ουρανίτσα την ίδια μπορείτε να τη στείλετε αλλού. Μα η νύχτα μέσα στο γαϊδουροκαλόκαιρο, το φως της ασετυλίνης, τους δρόμους και το βουητό του μαχαλά, τα σπασμένα τζάμια και τις μεγάλες φωτισμένες γυάλες με το πράσινο και το κόκκινο νερό, το λαχάνιασμα του Γιούνες, το χαμόγελο του γιατρού, αυτά όλα θα μείνουν πίσω, δεν κλείνονται σε βαγόνια. Και δίχως αυτά τι παίρνετε μαζί σας; Τίποτα! ❞

[Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες Πολιτείες 2- Αριάγνη]

 

«ξαστοχώ…»

Για τη γιαγιά Κατίνα.

Η ηλικία της είναι απροσδιόριστη. Από τότε που έχω μνήμες απ’ το χωριό –τα τελευταία 25 περίπου χρόνια-  τη θυμάμαι πάντα μαυροφορεμένη, το πρόσωπό της σκαμμένο απ’ τα χρόνια και τα βάσανα πλαισιώνει η μαύρη της μαντίλα. Μαύρα είναι και τα μάτια της που λάμπουν σαν καρβουνάκια χωμένα μες στις βαθουλωτές τους κόχες. Μαύρα θα’ ταν κάποτε και τα μαλλιά της, που τώρα είναι κάτασπρα και πλεγμένα σε πλεξίδα γύρω απ’ το κεφάλι της, και που φαίνονται μονάχα σαν βγάζει τη μαντίλα για να τη σιάξει.

Δεν είναι γιαγιά μου, απλώς έτσι τη λέμε από πάντα. Μένει στο παρακάτω σπίτι από μας κι όταν βγαίνω στην αυλή κι εκείνη στη βεράντα, συναντιόμαστε. Έχασε μικρή τον άντρα της, κορίτσι ακόμα, στην Αντίσταση, και μεγάλωσε ορφανά. Κι ύστερα έχασε και τον γιο της, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα με το τρακτέρ, και ξαναμεγάλωσε, μαζί με τη νύφη της αυτή τη φορά, ορφανά, τα δυο της μικρά εγγόνια. Τώρα πια έχει και δισέγγονα.

Τελευταία έχει αρχίσει και ξεχνάει. Όχι σημαντικά, μα ξεχνάει. Βγαίνει στο μπαλκόνι, ένας μικρός μαύρος μπόγος, και ρεμβάζει, πότε πέρα κατά τη θάλασσα και πότε προς την αυλή μας. Όποτε πηγαίνω στο χωριό και με βλέπει στην αυλή, με προσφωνεί με τ’ όνομα της μαμάς κι όταν της λέω ποια είμαι,  «α, συ είσαι;» με ρωτάει και μου πιάνει κουβέντα. Πότε ήρθα, πόσο θα κάτσω, τέτοια. Κι ας της τα’ χω ξαναπεί μια-δυο μέρες πριν. Δε θυμάται. Κι ύστερα, σαν κάνω να φύγω και τη χαιρετώ, «κάτσε να σε σταυρώσω», μου λέει. Κι εγώ, που δε θέλω να της χαλάσω χατίρι, στέκομαι εκεί στην άκρη της αυλής, απέναντι στο μπαλκόνι της, κι η γιαγιά Κατίνα σηκώνει το σκελετωμένο χέρι της και σχηματίζει στον αέρα το σημείο του σταυρού, μουρμουρίζοντας τα ίδια ακατάληπτα λόγια που μουρμούριζε κι όταν ήμασταν μικρά κι ερχόταν στην αυλή να μας «ξεματιάσει». Έβαζε σε ένα φλιτζανάκι νερό και σταγόνες λάδι και μουρμούριζε λόγια που ποτέ δεν καταλάβαινα, ύστερα μας σταύρωνε και κοίταζε στο φλιτζάνι. Αν το λάδι βυθιζόταν, σήμαινε πως ήμασταν «ματιασμένα», και δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή, μέχρι το λάδι να επιπλέει. Θυμάμαι κάναμε σειρά με τα άλλα παιδάκια της γειτονιάς, σταματάγαμε το παιχνίδι και περιμέναμε να μας «ξεματιάσει»όλα. Έτσι και τώρα, απέναντι στο μπαλκόνι της, νιώθω πως πατώ του χρόνου το κουμπί.
Κάποτε κοντοστέκεται και με (ξανα)ρωτάει τ’ όνομά μου. Της το λέω (πάλι) και «Α, ναι», μου απαντάει, «ξαστοχώ».