«ξαστοχώ…»

Για τη γιαγιά Κατίνα.

Η ηλικία της είναι απροσδιόριστη. Από τότε που έχω μνήμες απ’ το χωριό –τα τελευταία 25 περίπου χρόνια-  τη θυμάμαι πάντα μαυροφορεμένη, το πρόσωπό της σκαμμένο απ’ τα χρόνια και τα βάσανα πλαισιώνει η μαύρη της μαντίλα. Μαύρα είναι και τα μάτια της που λάμπουν σαν καρβουνάκια χωμένα μες στις βαθουλωτές τους κόχες. Μαύρα θα’ ταν κάποτε και τα μαλλιά της, που τώρα είναι κάτασπρα και πλεγμένα σε πλεξίδα γύρω απ’ το κεφάλι της, και που φαίνονται μονάχα σαν βγάζει τη μαντίλα για να τη σιάξει.

Δεν είναι γιαγιά μου, απλώς έτσι τη λέμε από πάντα. Μένει στο παρακάτω σπίτι από μας κι όταν βγαίνω στην αυλή κι εκείνη στη βεράντα, συναντιόμαστε. Έχασε μικρή τον άντρα της, κορίτσι ακόμα, στην Αντίσταση, και μεγάλωσε ορφανά. Κι ύστερα έχασε και τον γιο της, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα με το τρακτέρ, και ξαναμεγάλωσε, μαζί με τη νύφη της αυτή τη φορά, ορφανά, τα δυο της μικρά εγγόνια. Τώρα πια έχει και δισέγγονα.

Τελευταία έχει αρχίσει και ξεχνάει. Όχι σημαντικά, μα ξεχνάει. Βγαίνει στο μπαλκόνι, ένας μικρός μαύρος μπόγος, και ρεμβάζει, πότε πέρα κατά τη θάλασσα και πότε προς την αυλή μας. Όποτε πηγαίνω στο χωριό και με βλέπει στην αυλή, με προσφωνεί με τ’ όνομα της μαμάς κι όταν της λέω ποια είμαι,  «α, συ είσαι;» με ρωτάει και μου πιάνει κουβέντα. Πότε ήρθα, πόσο θα κάτσω, τέτοια. Κι ας της τα’ χω ξαναπεί μια-δυο μέρες πριν. Δε θυμάται. Κι ύστερα, σαν κάνω να φύγω και τη χαιρετώ, «κάτσε να σε σταυρώσω», μου λέει. Κι εγώ, που δε θέλω να της χαλάσω χατίρι, στέκομαι εκεί στην άκρη της αυλής, απέναντι στο μπαλκόνι της, κι η γιαγιά Κατίνα σηκώνει το σκελετωμένο χέρι της και σχηματίζει στον αέρα το σημείο του σταυρού, μουρμουρίζοντας τα ίδια ακατάληπτα λόγια που μουρμούριζε κι όταν ήμασταν μικρά κι ερχόταν στην αυλή να μας «ξεματιάσει». Έβαζε σε ένα φλιτζανάκι νερό και σταγόνες λάδι και μουρμούριζε λόγια που ποτέ δεν καταλάβαινα, ύστερα μας σταύρωνε και κοίταζε στο φλιτζάνι. Αν το λάδι βυθιζόταν, σήμαινε πως ήμασταν «ματιασμένα», και δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή, μέχρι το λάδι να επιπλέει. Θυμάμαι κάναμε σειρά με τα άλλα παιδάκια της γειτονιάς, σταματάγαμε το παιχνίδι και περιμέναμε να μας «ξεματιάσει»όλα. Έτσι και τώρα, απέναντι στο μπαλκόνι της, νιώθω πως πατώ του χρόνου το κουμπί.
Κάποτε κοντοστέκεται και με (ξανα)ρωτάει τ’ όνομά μου. Της το λέω (πάλι) και «Α, ναι», μου απαντάει, «ξαστοχώ».

Advertisements

4 thoughts on “«ξαστοχώ…»

  1. Την αγάπησα τη γιαγιά! =0
    Τη μου θύμησες τώρα.. Είχαμε και εμείς μια τέτοια γιαγιά στο χωριό, στη Δράμα.. Μα έχω να πάω χρόνια εκεί.. Έχει 2-3 χρόνια που έμαθα πως πέθανε.. ._.
    Βέβαια, ήταν 98 χρονών και πάντα μα πάντα ήταν μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα! Ε, που πας βρε γιαγιά! =Ρ

    Καλησπέρες κόκκινα παπουτσάκια! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s