Η ευτυχία υπάρχει.

Τα βράδια-κυρίως- που περπατώ την πόλη συλλογιέμαι διάφορα. Απόψε, ας πούμε, δεν έβαλα ούτε τα ακουστικά, ήθελα ν’ακούω τις σκέψεις μου και τους ήχους της πόλης αφιλτράριστους κι όχι εξωραϊσμένους μέσω μουσικής υπόκρουσης.
Τελευταία, από κουβέντες με φίλους, αλλά και από γενικότερη παρατήρηση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, συμπεραίνω πόσος κόσμος πια μελαγχολεί κι αυτή η μελαγχολία αγγίζει ενίοτε και τα όρια της κατάθλιψης.
Συνάντησα τις προάλλες στο μετρό μια φίλη. Είχαμε να βρεθούμε κανα χρόνο, απ’το προπέρσινο καλοκαίρι που έτυχε να βρεθούμε στα ίδια νησιά. Χάρηκε, μ’αγκάλιασε, είπαμε γρήγορα-γρήγορα τα νέα μας, κατεβήκαμε μια στάση πριν την κανονική και στριμωχτήκαμε κάτω απ’την ομπρέλα μου για να περπατήσουμε το υπόλοιπο της κοινής μας διαδρομής. «Τι έκανες το καλοκαίρι, δε σε πέτυχα σε κανένα νησί!», της είπα χαριτολογώντας. «Το καλοκαίρι πέρασα μια μίνι κατάθλιψη, ήμουνα μέσα στο σπίτι κι έκλαιγα συνέχεια.» Ομολογώ πως όταν έκανα την ερώτηση, δεν ήταν αυτή η απάντηση που περίμενα. Ύστερα η συζήτηση ελάφρυνε, λίγο πριν χωρίσουν οι δρόμοι μας, «όλα καλά θα πάνε», της είπα. Γέλασε και μου’πε «πάντα η ίδια!».
Κάμποσες μέρες πριν, σε κουβέντα με έναν φίλο στο θέατρο, περιμένοντας να ξεκινήσει η παράσταση, εξέφρασα περίπου την ίδια γνώμη: «όλα καλά θα πάνε». Κι όταν με ρώτησε πώς γίνεται να είμαι τόσο αισιόδοξη, κι απάντησα πως δεν είναι κάποια ιδιότητα με την οποία γεννιέσαι και πως θέλει δουλειά, «μπα», μου απάντησε, «εσένα είναι στο dna σου».
Δεν ξέρω τι καθιστά έναν άνθρωπο αισιόδοξο. Νιώθω μερικές φορές πως ίσως ο θετικά σκεπτόμενος άνθρωπος αντιμετωπίζεται από κάποιους και ως γραφικός, στην στραπατσαρισμένη εποχή που ζούμε. Λες και έχουμε τόσο εθιστεί στο σκοτάδι που η χαρά έχει καταντήσει κάτι σαν υπερδύναμη ή σαν κάτι που αφορά μόνο όποιον δεν έχει προβλήματα (και υπάρχει αυτός ο άνθρωπος; ). Εκείνο που ξέρω είναι ότι η ευτυχία δεν είναι μια πάγια κατάσταση, δεν είναι κάτι που έρχεται και μας βρίσκει και σίγουρα δεν είναι κάτι που διαρκεί επ’αόριστον. Αντιθέτως, πρέπει να την ανακαλύπτουμε, μάλλον να την εφευρίσκουμε, καθημερινά. Δεν είναι εύκολο, θέλει προσπάθεια, κόπο στην αρχή, όμως αν μάθεις να το κάνεις, δεν το ξεχνάς μετά ποτέ, γίνεται κάπως αυτόματα. Έτσι νομίζω, τουλάχιστον.
Μετά επιτάχυνα το βήμα κι έβαλα ραδιόφωνο. Γιατί ούτε και πολλή σκέψη χρειάζεται, θαρρώ.

image

[*Η φωτογραφία από την ταινία Her, του Spike Jonze]

κάτι σαν επιστροφή

 

Λείπω τόσον καιρό από’δω μέσα που δεν ξέρω πώς ν’αρχίσω.

Σήμερα στο λεωφορείο προς τη δουλειά, παρατηρώντας τον διπλανό μου, έκανα τη σκέψη ότι μου αρέσουν πολύ οι γκρίζες τριχίτσες που ξεπροβάλλουν στους κροτάφους των συνομηλίκων ή λίγο μεγαλύτερων από μένα αντρών. Τους κάνουν πολύ γοητευτικούς και μου γεννούν την παρόρμηση να απλώσω το χέρι μου και να τις χαϊδέψω.

Την ίδια ώρα λάμβανα ένα μήνυμα στο inbox από τον Α. Έγραφε «Καλή Χρονιά, ευχές μου οι επιθυμίες σου! Λάμπεις.» Χαμογέλασα τρυφερά. Πάνε δυο χρόνια που δεν ιδωθήκαμε, μόνο μέσω fb γράφουμε πού και πού δυο λέξεις, τα νέα μας στα γρήγορα. Κάποτε γράφαμε και κάρτες, σκέφτομαι πως θέλω να κάτσω μια από αυτές τις μέρες να του γράψω μία, που’χω τόσον καιρό.Τη διεύθυνσή του την κουβαλώ πάντα στο πορτοφόλι μου, για να μπορώ να του γράψω απ’ οπουδήποτε βρεθώ (όπως εκείνο το καλοκαίρι στην Αμοργό, που του’γραφα από την αμμουδιά της Γιάλης όσο περίμενα να ξυπνήσουν οι υπόλοιποι). Τα δύο τελευταία Χριστούγεννα που ήρθε στην Ελλάδα, εγώ έλειπα στην Ισπανία για τις γιορτές, και τον Αύγουστο, όταν τύχει να έρθει, για λίγες πάντα μέρες, εγώ συνήθως αλωνίζω στα νησιά. Τον σκέφτομαι πάντα όταν περπατώ βράδυ τη Βασ. Σοφίας, θυμάμαι την μακρινή πια εποχή (το ’07 ή το ’08 πρέπει να’τανε) που την ανεβαίναμε παρέα, γυρνώντας από το μάθημα υποκριτικής. Ομόνοια-Ευαγγελισμός με τα πόδια, να κάνουμε σχέδια για το μέλλον που τώρα πια είναι παρόν και τότε ούτε καν το υποψιαζόμασταν. «Λάμπεις». Πώς γίνεται μια τόσο φωτεινή λεξούλα να προκαλεί,εκτός από χαρά, και θλίψη; εμένα, πάντως, μου προκάλεσε (και) μια μικρή ήσυχη θλίψη.

Το 2016 προμηνύεται πολύ καλή χρονιά. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι πάντα αυτή τη σκέψη κάνω στην αρχή κάθε χρονιάς, αλλά και στο τέλος της, σε κάθε απολογισμό. Όλες καλές χρονιές μού φαίνονται. Υποθέτω ότι αυτό με καθιστά αισιόδοξη. Μάλλον και αυτό. Η Μ.απόψε μου είπε ότι είμαι ένας άνθρωπος που μόνο χαρά μεταδίδει (2 στα 2  σήμερα, σκέφτομαι πως οι φίλοι μου μ’αγαπούν και ζεσταίνεται η καρδιά μου). Όπως και να’χει, για να επιστρέψω σ’αυτό που ξεκίνησα να λέω, η χρονιά ξεκίνησε με καλούς οιωνούς: ένα ταξίδι, μια καλή ταινία (του Χριστόφορου, που με ξάφνιασε ευχάριστα), ένα βιβλίο που δε θέλω ν’αφήσω απ’τα χέρια μου (το «Γράμμα στον Κωστή» της Ξένιας Καλογεροπούλου – όταν μεγαλώσω θέλω να γεράσω όμορφα σαν αυτήν). Έθεσα και τους στόχους που, όπως πάντα, δε θα τηρήσω, αλλά καθόλου δεν πειράζει, και, μεταξύ άλλων, αποφάσισα (ή περίπου) να ξεκινήσω επιτέλους γράψιμο κι αυτή τη φορά να μην τα παρατήσω αν δεν ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα. Δεν ξέρω αν θα’ναι βιβλίο ή κάποιου είδους σενάριο, το πρώτο μάλλον, πάντως την υπόθεση την έχω ήδη κατά νου. Θα δούμε.

Για την ώρα χαίρομαι που ξαναβρέθηκα εδώ, είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά να επιστρέφει.

 

 

 

καλοκαιρινό

DSC00008

Παρασκευή 1 Αυγούστου. Τελευταία μέρα πριν τις διακοπές στο γραφείο. Ο χρόνος δεν περνάει με τίποτα. 12:30 κι ίσα που προλαβαίνω να ψάξω τρέχοντας για καπέλο. Δε βρίσκω, αλλά δε βαριέσαι, θα πάρω στο νησί. Στο μετρό στις κυλιόμενες, μήνυμα: «Μόλις έφτασα. Στην αποβάθρα Μοναστηράκι. Σε περιμένω.». Τρέχω να προλάβω, να’μαι στην ώρα μου, αρχίζουν οι διακοπές! 

Το πλοίο ξεκινάει, η Αθήνα όλο και μικραίνει, τα άγχη, οι αγωνίες, οι προβληματισμοί, ο χειμώνας μένουν όλα πίσω. Η προπέλα ξεκινά και μαζί με το πλοίο θέτει σε κίνηση και το καλοκαίρι μου. Η αντίστροφη μέτρηση τελειώνει. Πειραιάς, point zero.

Κι ύστερα αρχίζουν οι ωραίες μέρες. Πρωινά στη βεράντα της Σοφίας και στο φούρνο της Γεωργούλας, ασπρόρουχα απλωμένα, ποδαρόδρομος κάτω από τον ήλιο και πλάι σε τιρκουάζ νερά, Φοίνικας, Ιταλίδα, Πορί, θάλλασες να τις πιεις στο ποτήρι, ένας κύριος βλέποντας με να διαβάζω το Καλοκαίρι στην παραλία μού πιάνει κουβέντα για τον Καμύ, με τον καπετάν Πράσινο στο Κάτω Κουφονήσι, στο Βενετσάνο για φαΐ και Rage-«πάλι εσύ κερδίζεις; μας έχεις σπάσει τα νεύρα, Monica,  ε Monica!», στην αποβάθρα καθισμένη με τα πόδια στο νερό περιμένοντας τη λάντζα της επιστροφής σκέφτομαι πόσο ευτυχισμένη είμαι και σχεδόν τρομάζω, στο Σιρόκο οι άλλοι νυστάζουν κι εγώ επικεντρώνομαι στη συζήτηση της διπλανής τριάδας αγοριών σχετικά με τις γυναίκες και τις σχέσεις, στην ουρά για σουβλάκια στη Στροφή, νύχτες επεισοδιακές με επισκέπτες -«μα πού βρέθηκαν τόσες κατσαρίδες;;», τελευταίο βράδυ στα Καλάμια -«θα μ’ άρεσε να μείνω καμια 15αριά μέρες στο νησί, να χαλαρώσω τελείως», τελευταίο πρωί στο λιμάνι, το πλοίο μας αριβάρει, η Γ.  πρώτη φορά μένει πίσω κι αποχαιρετά, εμείς θα συνεχίσουμε, εκείνη περιμένει το δικό της πλοίο για Πειραιά. 

Το πλοίο φτάνει και νομίζω θα σκάσω από χαρά. Άλλο ένα καλοκαίρι στο νησί μου αρχίζει. Ο κυρ Δημήτρης λέει πως όσο πάω κι ομορφαίνω, η θεία Άρτα με ρωτάει αν η Γεωργία παντρεύτηκε, ο Αργύρης στο Πανόραμα μου λέει πως κάτι του θυμίζω, «έρχομαι χρόνια στο νησί» απαντώ με καμάρι, ο μπαρμπα Νικόλας εξακολουθεί ακμαιότατος, αν και εμφανώς γερασμένος, άλλο ένα πανηγύρι στη Λόζα, «Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ του χρόνου ποιος το ξέρει για θα πεθάνω για θα ζω για θα ‘μαι σ’ άλλα μέρη», ο Αντώνης κι ο Γιακουμής στο βιολί και στο τραγούδι, ατέρμονοι ανθρώπινοι κύκλοι και πρόσωπα μόνο χαμογελαστά, βουτιές από τα βράχια της Αγίας Άννας, στο Μούρο, στην Καλοταρίτισσα, στον Άγιο Παύλο, ξαπλώνω στη ζεστή αμμουδιά της Αιγιάλης και νιώθω να’χω βρει τη θέση μου στον κόσμο, βόλτες με το αμάξι που δεν τραβάει, το ραδιόφωνο αλλάζει σταθμό σε κάθε στροφή κι εμείς τραγουδάμε και γελάμε δυνατά, αγριοκάτσικα και ομίχλη στο δρόμο, το αμοργιανό πέραμα γεμίζει τα μάτια και την ψυχή μας, φαΐ μέχρι σκασμού και γέλια, ρακές ψημένες στον Αμόργιαλο κι άλλα γέλια, ασταμάτητος χορός στο Γιασεμί κι ακόμα περισσότερα γέλια, γέλια γενικώς μέχρι δακρύων, η ρακή του μοναστηριού είναι η καλύτερη, το Acqua Spirit δεν εκτελεί δρομολόγια από Νάξο προς Φολέγανδρο λόγω απώλειας δεξιάς έλικος κι εγώ απ’ τη μια λυπάμαι, μα απ’ την άλλη χαίρομαι που αλλάζω το εισιτήριο και μένω παραπάνω στο νησί που με τα χρόνια έγινε νησί μου.

Επιστροφή στον Πειραιά με βαριά καρδιά, η μόνη φορά που δεν αντέχω την Αθήνα είναι μετά την επιστροφή απ’τα νησιά – κατά τ’ άλλα, την υπεραγαπώ. Συνέχεια των διακοπών στο χωριό, γιορτές, τραπεζώματα και συνάξεις με το σόι, θάλασσα διαφορετική -«εδώ είναι ανοιχτή θάλασσα, και λίγο να φυσήξει, σηκώνει κύματα», επιτραπέζια με τα ξαδέρφια, εκδρομές, τα φασολάκια της γιαγιάς, τα πιο νόστιμα του κόσμου, βόλτα με τον παππού, βεγγέρες στην αυλή, τα φωτάκια της Χαλκιδικής απέναντι, ησυχία και δροσιά, ’90s μουσικές και κοκτέιλ στο αφτεράδικο της παραλίας.

Πίσω οριστικά στην Αθήνα, η παρέα ξαναμαζεύεται σταδιακα -«άντε, πού είσαι, πότε θα’ρθεις, μου έλειψες!», ζεστές μέρες, δροσερές (κάπως) νύχτες, η Ν. με το 2 μηνών μωρό της λίγο πριν επιστρέψει Αμερική να στάζει μέλι, καφές και σχέδια για ταξίδια με την Κ. λίγο πριν γυρίσει στην Ελβετία και το χειμώνα, χαλαρές βόλτες στον Βρούτο και στην πλατεία Προσκόπων, μπάνια στη Βουλιαγμένη μετά τη δουλειά, να διατηρήσουμε το μαύρισμα και την αίσθηση καλοκαιριού. Όχι, δεν τέλειωσε. Έχουμε ακόμα πολύ μπροστά μας ευτυχώς.

ημερολόγιο καταστρώματος

Το βραδινό, χειμωνιάτικο και παντελώς άδειο από τραπεζοκαρέκλες κι ανθρώπους κατάστρωμα είναι ό,τι πιο όμορφο είδα τελευταία.
Μια απέραντη έκταση να τη διανύω μόνη, η θάλασσα μαύρη από κάτω ν’αφρίζει, ο αέρας να λυσσομανά και εγώ, κρατώντας σφιχτά με το ένα χέρι στην αγκαλιά μου τον Αλμπέρ, τη μόνη μου συντροφιά στο ταξίδι, και με το άλλο τα μαλλιά μου που στροβιλίζονται, χαζεύω τα φωτάκια κάποιας μακρινής ακτής και φαντάζομαι καλοκαίρια.
Μπαίνω ξανά στο εσωτερικό του πλοίου κι ένας καμαρότος σπεύδει να μου πει ότι αν θέλω, μπορώ να πάω από την άλλη πλευρά, «εκεί που στεκόσουν φυσάει πολύ», μου λέει. Ναι, αλλά μ’ αρέσει, σκέφτομαι.
Ακριβώς το ίδιο είχα απαντήσει το καλοκαίρι, στην Ανάφη, το βράδυ που γνώρισα τον Γ. και χαζεύαμε τον γαλαξία κι ο αέρας φύσαγε σαν τρελός κι εγώ πάλι κρατούσα τα μαλλιά μου. «Γιατί δεν τα πιάνεις αλογοουρά;» μ’είχε ρωτήσει. «Μ’αρέσει η αίσθηση του αέρα στα μαλλιά μου», του΄χα πει. Κι όταν εκείνος άπλωσε το χέρι του και κράτησε τα μαλλιά μου, «δεν πειράζει», του είπα, «μην παιδεύεσαι, έτσι που φυσάει δε στέκονται με τίποτα». «Μα μ’ αρέσει», είχε απαντήσει. Ύστερα τραβήξαμε ο καθένας το δρόμο του.
Στο σαλόνι του πλοίου κι ύστερα στην καμπίνα, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, διαβάζω τον Αλμπέρ και στέκομαι στην εξής φράση: «Και μόνοι με τον ορίζοντα. Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά φτάνουν μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τέλειωσε ποτέ…Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα’πρεπε ν’αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα.»

soul kitchen

Είναι μέρες που τη βγάζω με γάλα και δημητριακά, άντε και καμια γρήγορη σαλάτα ή κανένα τοστ, αν όχι κάτι έτοιμο απ’ έξω, γιατί -όσο να πεις- είναι βαρετό να μαγειρεύεις για τον εαυτό σου μόνο. Έτσι κι αλλιώς, αν κάτι υπάρχει πάντα μα πάντα στο ψυγείο, αυτό είναι γάλα και τυριά- θα μπορούσα να ζω τρώγοντας μόνο τυριά: φέτες, γραβιέρες, ροκφόρ, κατσικίσια, παρμεζάνες, πεκορίνο…οτιδήποτε. Και θα’μουν ευτυχισμένη.
Χθες πάντως, δεν ήταν τέτοια μέρα. Γύρισα απ’ τη δουλειά νωρίς, έβαλα τη Fitzgerald και τον Armstrong να παίζουν -κάθε που φινοπωριάζει κι οι μέρες παίρνουν να μικραίνουν η Verve στο σπίτι έχει την τιμητική της- και μαγείρεψα μοσχάρι φιλέτο και πατάτες με μουστάρδα, μέλι και δενδρολίβανο. Είναι μια συνταγή που δεν την είδα πουθενά, απ’ αυτές που δοκιμάζεις να κάνεις με ό,τι υπάρχει στο σπίτι και χωρίς αναλογίες συγκεκριμένες. Και το πιο σημαντικό, είναι μια από τις συνταγές της β’ γαλλικής περιόδου μου, τότε  πρωτοδοκίμασα να τη φτιάξω. Η μυρωδιά και μόνο αυτού του φαγητού με πάει στα 20κάτι τετραγωνικά μου, νομίζω πως θ’ ανοίξω το παράθυρο και θα δω τις γνώριμες κεραμιδοσκεπές και το ποτάμι να ασημίζει στο βάθος, τα ψηλά δέντρα της rue de Londres και τα παιδάκια του απέναντι École Internationale να ξεχύνονται στο δρόμο τιτιβίζοντας.
Είναι απίστευτο το πόσα ταξίδια μπορεί κανείς να κάνει με αφετηρία μια γέυση ή μια μυρωδιά.
Το απόγευμα, γυρίζοντας απ’ το μάθημα,  είπα να διατηρήσω την αίσθηση της ίδιας περιόδου κι έκανα μακαρόνια με έτοιμο πέστο. Το  φαγητό αυτό πάντα μου θυμίζει ένα βράδυ που μιλάγαμε με την Κ. στο skype και λέγαμε πόσο ενθουσιασμένες ήμασταν που βρήκαμε βίδες που βράζουν σε 3 λεπτά κι ήταν το πιο γρήγορο φαγητό που κάναμε τότε που οι μέρες μας μοιράζονταν σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες και βόλτες με το ποδήλατο.
Αργότερα το βράδυ ξανάβαλα την Ella και τον Louis, καθάρισα μήλα κι έκανα ένα crumble που τίποτα δε μου θυμίζει (ακόμα), αλλά που όσο το έφτιαχνα, ένιωθα πως βρίσκομαι σε μια κουζίνα στη Ν. Υόρκη του ’50, εποχή και πόλη  όπου θα’θελα να ζήσω, έστω για λίγο, όταν ανακαλυφθεί η μηχανή του χρόνου. Το έφαγα ζεστό με λίγο γιαούρτι δίπλα, βλέποντας αμερικάνικη ταινία του Scorsese. Η ζωή έχει πολλές ομορφιές, και μια απ’ αυτές είναι, λέω,  οπωσδήποτε το comfort food (που λένε και στο χωριό μας).

«ξαστοχώ…»

Για τη γιαγιά Κατίνα.

Η ηλικία της είναι απροσδιόριστη. Από τότε που έχω μνήμες απ’ το χωριό –τα τελευταία 25 περίπου χρόνια-  τη θυμάμαι πάντα μαυροφορεμένη, το πρόσωπό της σκαμμένο απ’ τα χρόνια και τα βάσανα πλαισιώνει η μαύρη της μαντίλα. Μαύρα είναι και τα μάτια της που λάμπουν σαν καρβουνάκια χωμένα μες στις βαθουλωτές τους κόχες. Μαύρα θα’ ταν κάποτε και τα μαλλιά της, που τώρα είναι κάτασπρα και πλεγμένα σε πλεξίδα γύρω απ’ το κεφάλι της, και που φαίνονται μονάχα σαν βγάζει τη μαντίλα για να τη σιάξει.

Δεν είναι γιαγιά μου, απλώς έτσι τη λέμε από πάντα. Μένει στο παρακάτω σπίτι από μας κι όταν βγαίνω στην αυλή κι εκείνη στη βεράντα, συναντιόμαστε. Έχασε μικρή τον άντρα της, κορίτσι ακόμα, στην Αντίσταση, και μεγάλωσε ορφανά. Κι ύστερα έχασε και τον γιο της, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα με το τρακτέρ, και ξαναμεγάλωσε, μαζί με τη νύφη της αυτή τη φορά, ορφανά, τα δυο της μικρά εγγόνια. Τώρα πια έχει και δισέγγονα.

Τελευταία έχει αρχίσει και ξεχνάει. Όχι σημαντικά, μα ξεχνάει. Βγαίνει στο μπαλκόνι, ένας μικρός μαύρος μπόγος, και ρεμβάζει, πότε πέρα κατά τη θάλασσα και πότε προς την αυλή μας. Όποτε πηγαίνω στο χωριό και με βλέπει στην αυλή, με προσφωνεί με τ’ όνομα της μαμάς κι όταν της λέω ποια είμαι,  «α, συ είσαι;» με ρωτάει και μου πιάνει κουβέντα. Πότε ήρθα, πόσο θα κάτσω, τέτοια. Κι ας της τα’ χω ξαναπεί μια-δυο μέρες πριν. Δε θυμάται. Κι ύστερα, σαν κάνω να φύγω και τη χαιρετώ, «κάτσε να σε σταυρώσω», μου λέει. Κι εγώ, που δε θέλω να της χαλάσω χατίρι, στέκομαι εκεί στην άκρη της αυλής, απέναντι στο μπαλκόνι της, κι η γιαγιά Κατίνα σηκώνει το σκελετωμένο χέρι της και σχηματίζει στον αέρα το σημείο του σταυρού, μουρμουρίζοντας τα ίδια ακατάληπτα λόγια που μουρμούριζε κι όταν ήμασταν μικρά κι ερχόταν στην αυλή να μας «ξεματιάσει». Έβαζε σε ένα φλιτζανάκι νερό και σταγόνες λάδι και μουρμούριζε λόγια που ποτέ δεν καταλάβαινα, ύστερα μας σταύρωνε και κοίταζε στο φλιτζάνι. Αν το λάδι βυθιζόταν, σήμαινε πως ήμασταν «ματιασμένα», και δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή, μέχρι το λάδι να επιπλέει. Θυμάμαι κάναμε σειρά με τα άλλα παιδάκια της γειτονιάς, σταματάγαμε το παιχνίδι και περιμέναμε να μας «ξεματιάσει»όλα. Έτσι και τώρα, απέναντι στο μπαλκόνι της, νιώθω πως πατώ του χρόνου το κουμπί.
Κάποτε κοντοστέκεται και με (ξανα)ρωτάει τ’ όνομά μου. Της το λέω (πάλι) και «Α, ναι», μου απαντάει, «ξαστοχώ».

σκόρπιο (2)

Image

Δεν ξέρω πόση ώρα κοιτάω την οθόνη.
Μου είναι κάπως δύσκολο να γράψω μετά από τόσο καιρό.
Οτιδήποτε.
Το κεφάλι μου είναι γεμάτο λέξεις που δε βρίσκουν την έξοδο και κόβουν βόλτες γύρω απ’ τον εαυτό τους.

Το καλοκαίρι αυτό μου φάνηκε μικρότερο από τ’ άλλα κι ο Σεπτέμβρης με μπερδεύει. Είναι σαν να’χει φορέσει τα ρούχα του Ιούνη. Πάω ακόμη για μπάνιο στη θάλασσα και περιμένω την άδεια, να φύγω.

Κι έτσι, όμως, θέλω μάλλον να χειμωνιάσει.
Ο χειμώνας είναι καλό άλλοθι.
Η –παροδική έστω- μελαγχολία συμβαδίζει με τη μουντάδα του καιρού.

Κι ας μικραίνουν οι μέρες, οι νύχτες στην πόλη είναι συναρπαστικές. Ξαναθυμόμαστε τα Εξάρχεια, το Υποβρύχιο, το petite fleur (αν και δε μου πολυαρέσει από τότε που απέκτησε αδερφάκι , πόσω μάλλον τώρα που έβαψε τα μέχρι πρότινος κόκκινα κουφώματά του λουλακί),  τα χειμωνιάτικά στέκια  μας, ανακαλύπτουμε άλλα καινούρια, χωνόμαστε σε αίθουσες σινεμά, τυλιγόμαστε σε ζεστά παλτό, χώνουμε τα χέρια στις τσέπες, κάνουμε ωραίες βραδινές βόλτες στο κρύο.

Κι ύστερα σκέφτομαι πάλι αν πρέπει να (ξανα)φύγω, για περισσότερο αυτή τη φορά, αν έκανα καλά τότε που γύρισα. Όχι πως το μετάνιωσα ποτέ ως τώρα, ούτε μια φορά, απλώς είναι μέρες που η εδώ πραγματικότητα είναι αβάσταχτη. Αλλά μάλλον είναι και η αειφυγία μου, που ξυπνά από καιρού εις καιρόν.
Και ξαφνικά ακούω τη Σώτη και συμμορφώνομαι. Και λέω πως είμαι εδώ που θέλω να’ μαι: στην πόλη που αγαπώ, με τους φίλους μου και γενικά με τους ανθρώπους που αγαπώ. Για όσο διαρκεί αυτό το «θέλω» έστω. Και πάλι απ’ την αρχή.

Και μιας και μίλησα για φίλους, τις προάλλες ο Π. έκλεισε τα 30. Ο πρώτος από τους πολύ στενούς φίλους μου που άλλαξε δεκαετία. Μαζευτήκαμε, λοιπόν, αρκετοί φίλοι του και του κάναμε ένα πάρτυ έκπληξη στον Ιπποπόταμο. Ούτε που πήρε μυρωδιά, είχε μεγάλη επιτυχία!  Δυο μέρες πριν τα γενέθλια στο αμάξι του, κατεβαίνοντας προς τη θάλασσα και αμπελοφιλοσοφώντας, συμφωνήσαμε πως η δεκαετία που έρχεται είναι αυτή κατά την οποία θα ζήσουμε πολλά όμορφα πράγματα, ενώ αυτή που φεύγει ήταν μάλλον προπαρασκευαστική. Κι εγώ του’ πα πως θέλω όταν κλείσω τα 30 να τα γιορτάσω με ένα μεγάλο πάρτυ, γιατί -πώς να το κάνουμε;- είναι ηλικία σταθμός.

Σήμερα έκανα λεμονόπιτα κι όσο την είχα να ψήνεται άνοιξα το ραδιόφωνο και πέτυχα τον Γκρεμό. Ούτε κατάλαβα για πότε άρχισα να χορεύω και να τραγουδάω μοναχή μου.  Συνέχεια το κάνω, δηλαδή. Το αποκαλώ one person party. Είναι ωραία εκτόνωση.

Περιμένω να γίνουν και τα εγκαίνια του Momentography αύριο. Λέω να πάω ένα από τα επόμενα απογεύματα στον Ιανό και την Πολιτεία για τα πρώτα βιβλία του χειμώνα και μετά να περάσω από κει.

Σκέφτομαι ακόμη να ξεκινήσω το bookcrossing. Αν και μου είναι πολύ δύσκολο να αποχωρίζομαι τα βιβλία μου. Πολύ πολύ δύσκολο. Και ποτέ δεν έτυχε να βρω κι εγώ ένα βιβλίο αφημένο κάπου, καημό το’χω. Νομίζω, πάντως, πως ξέρω με ποιο βιβλίο θα ξεκινήσω. Ένα που’χω αρχίσει 3 φορές κι όπως φαίνεται δε θα τελειώσω ποτέ. Ίσως είναι άδικο για το βιβλίο να το κρατώ εγώ, ενώ μπορεί να το διαβάσει κάποιος που ίσως το βρει συναρπαστικό.

Είναι κι οι Νύχτες Πρεμιέρας που όλο λέω θα πάω κι όλο άλλα κάνω (αλλά αυτό είναι μόνιμο πρόβλημά μου, η αναβλητικότητα εννοώ). Αν βρω εισιτήρια, πάντως,  θα πάω να δω το On the road. Είμαι περίεργη να δω πώς το μεταφέρει ο Walter Salles στη μεγάλη οθόνη.  Αν κρίνω, βέβαια απ’ το τρέιλερ, οι ήρωες απέχουν πολύ απ’ αυτούς που φανταζόμουν όταν το διάβαζα. Αλλά τι τα θες, τα βιβλία είναι πάντα συναρπαστικότερα.
Κι απ’ τη ζωή ενίοτε.

.

.

*Φωτογραφία: [κουβέντες] © Momentography / Athens