Her

Image

«Dear Catherine,

I’ve been sitting here thinking about all the things I wanted to apologize to you for. All the pain we caused each other. Everything I put on you. Everything I needed you to be or needed you to say. I’m sorry for that. I’ll always love you ’cause we grew up together and you helped make me who I am. I just wanted you to know there will be a piece of you in me always, and I’m grateful for that. Whatever someone you become, and wherever you are in the world, I’m sending you love. You’re my friend to the end.

Love, Theodore.»

Χθες πήγα, μετά από καιρό, μόνη μου σινεμά. Πήρα εισιτήριο, χώθηκα αναπαυτικά στη θέση μου και περίμενα ν’ αρχίσει η ταινία παρατηρώντας τους γύρω μου και μασουλώντας nachos με τυρί. Είναι απ’ τα πράγματα που μ’ αρέσει να κάνω με τον εαυτό μου, ήμουν ευτυχισμένη.
Το έργο ξεκινά με gros plan του Joaquin Phoenix, τον οποίο είχα να δω από το «Two lovers», ταινία που είχα λατρέψει και που τότε ήταν -υποτίθεται- η τελευταία ταινία του πριν παρατήσει την υποκριτική για να αφοσιωθεί στη ραπ (ευτυχώς για το σινεμά, αλλά και για τη μουσική, κάτι τέτοιο δεν έγινε).
Στο «Her»,  που διαδραματίζεται στο (κοντινό;) μέλλον, ο Theodore (Joaquin Phoenix), ένας μοναχικός επιστολογράφος, μετά τον χωρισμό του από τη σύζυγό του Catherine, ερωτεύεται τη Samantha, ένα λειτουργικό σύστημα (OS) σχεδιασμένο να καλύπτει κάθε του ανάγκη, και ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Spike Jonze επιχειρεί με τρυφερότητα μια σπουδή στις σχέσεις, αλλά και στην αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου.
Γιατί και ποιον ερωτευόμαστε, τι πάει στραβά, τι λάθη κάνουμε στις σχέσεις κι άλλα τέτοια σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια του έργου, μέχρι που σε κάποια σκηνή η φίλη του πρωταγωνιστή Amy, ήρθε να μου «απαντήσει» ως εξής : «I think anybody who falls in love is a freak. It’s a crazy thing to do. It’s kind of like a form of socially acceptable insanity.»
Στο τέλος, βγαίνοντας από το σινεμά, στο μυαλό μου τριγύριζε η φράση της Samantha «The past is just a story we tell ourselves» κι η αλήθεια είναι πως ποτέ ως τώρα δεν το’χα σκεφτεί έτσι. Πως, με λίγη προσπάθεια, μπορεί κανείς ακόμη και το παρελθόν του να αλλάξει, αλλάζοντας απλώς και μόνο τη ματιά του στα γεγονότα. Σίγουρα δεν είναι απλό, ήταν όμως μια διαπίστωση ανακουφιστική, για κάποιο λόγο. Ιδίως όταν έχει προηγηθεί ταύτιση με τον Theodore όταν μετά από ένα μάλλον αποτυχημένο ραντεβού λέει μεταξύ άλλων στη Samantha: «Sometimes I think I have felt everything I’m ever gonna feel, and from here on out I’m not gonna feel anything new… just… lesser versions of what I’ve already felt
Περπατώντας προς το σπίτι δεν άντεξα να μην κάνω τη σκέψη ότι μερικές φορές νιώθω σαν για τους άλλους να είμαι κι εγώ ένα καλοκουρδισμένο OS, αλλά δυστυχώς δεν ήταν κανείς δίπλα να μοιραστώ και να αναπτύξω τη σκέψη και να με διαψεύσει. Αυτή είναι, άλλωστε, η βλακεία όταν πας μόνος σινεμά, δεν έχεις μετά με ποιον να σχολιάσεις την ταινία που είδες (κι αυτό είναι το αγαπημένο μου όταν πάω σινεμά με παρέα!).
Αποφάσισα, πάντως, να μη δώσω συνέχεια, συμμεριζόμενη την Amy (και πάλι) : «You know what, I can over think everything and find a million ways to doubt myself. And since Charles left I’ve been really thinking about that part of myself and, I’ve just come to realize that, we’re only here briefly. And while I’m here, I wanna allow myself joy.» Ε ναι!

Μία παράσταση και μία ακόμη.

Κάθε πρωί, στο δρόμο για τη δουλειά, περνάω έξω από έναν παιδικό σταθμό. Το ίδιο και στην επιστροφή. Χθες το δρόμο μου «έκλεισε» ένα μικρό κοριτσάκι, ντυμένο στα ροζ, που ξέφυγε απ’ το χέρι της μαμάς του και βρέθηκε να περπατάει μπροστά μου στο πεζοδρόμιο, με μικρά, αβέβαια και ελαφρώς χοροπηδηχτά βηματάκια που έκαναν τη μικρή αλογοουρά της να ταλαντεύεται πέρα δώθε. Αντί να το προσπεράσω, επιβράδυνα και συνέχισα να περπατώ από πίσω της, χαμογελώντας. Και τότε σκέφτηκα κάτι που ποτέ ως τώρα δεν είχα σκεφτεί, εννοώ που ποτέ ως τώρα δε με είχε απασχολήσει απλώς και μόνο στη θέα ενός παιδιού: θα μπορούσα να είμαι μαμά της.
Ίσως να’ναι η «Γέρμα», που παρακολούθησα τη Δευτέρα, ίσως και όχι. Πάντως, όσο μεγαλώνω, συμβαίνει κάποιες φορές όλο και πιο έντονα να συνειδητοποιώ ότι, όσα κι αν έχει καταφέρει μια γυναίκα, όσα σημαντικά κι αν έχει με το σπαθί και την αξία της πραγματοποιήσει, εκείνο που την καταξιώνει στα μάτια της πλειοψηφίας των υπολοίπων γυναικών, είναι η μητρότητα. Το βλέπω στη συμπεριφορά ορισμένων (γυναικών, επαναλαμβάνω) συναδέλφων στη δουλειά, στην ευκολία με την οποία σχολιάζουν πικρόχολα με την πρώτη ευκαιρία τις συναδέλφους που δεν έχουν οικογένεια, το βλέπω στον περίγυρό μου, σ’ εκείνη τη θεία (η ίδια πάντα) που επιμένει να μου εύχεται να βρω ένα καλό παιδί να παντρευτώ, γιατί «δεν είναι ούτε τα πτυχία ούτε τα ταξίδια ούτε τίποτα, σαν τη χαρά ενός παιδιού». Και πάει λέγοντας. Μα πώς ο γάμος και τα παιδιά γίνεται να’ναι αυτοσκοπός και μέρος προγράμματος; Αφού για να μου συμβούν εμένα όλα αυτά (βρε θεία!), θα πρέπει πρώτα να γίνω εκστατικά ευτυχισμένη μαζί και δίπλα σ’ έναν άντρα. Να, σαν την ηρωίδα στο «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης»:
«Μετά την υποτροφία ήμουν σίγουρη πως ο κόσμος θα μεγάλωνε κι άλλο, πως θα γινόταν όσο μεγάλος έπρεπε, δηλαδή απέραντος- αλλά αργότερα, όταν η Μπίμπι έλεγε πως ήθελε να κατακτήσει το Μανχάτταν, εγώ σκεφτόμουνα πως δεν ήθελα να κατακτήσω τίποτα, ήθελα μόνο να δω όλες τις χώρες του κόσμου και να γίνω εκστατικά ευτυχισμένη, εκστατικά ευτυχισμένη μαζί και δίπλα κι απέναντι σ’ ένα αγόρι. Δεν ήθελα να τον παντρευτώ, ούτε ήθελα να είναι πλούσιος- ήθελα μόνο να με κάνει να γελάω και να ξέρει τ’αγαπημένα μου τραγούδια και να φιλάει ωραία και να θέλει κι αυτός να δει τον κόσμο. Και όλα αυτά ήταν δυσκολότερα απ’ το να κατακτήσει κανείς το Μανχάτταν- όμως τότε δεν το ήξερα. Δεν είχα ιδέα
Παρασύρθηκα, όμως. Πίσω στην παράσταση: τη βρήκα εξαιρετική. Καταρχάς σκηνοθετικά. Βοηθάει σίγουρα πολύ και το υπέροχο κείμενο του Λόρκα, όμως το πώς μέσα από μία και μόνο συρταριέρα ξετυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μας οι κάμποι, τα νερά, τα βουνά και τα χωριά της Ανδαλουσίας, το βρήκα μαγικό. Ύστερα οι ηθοποιοί. Μια ομάδα παιδιών περίπου στην ηλικία μου, κάποια και μικρότερα, να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Η δε πρωταγωνίστρια ήταν συγκλονιστική. Η λαχτάρα της Γέρμα για το παιδί που δεν έρχεται («Κύριε, κάνε να ανθίσει το ρόδο μου, μη μου το κρύβεις στους ίσκιους«) και που τελικά την οδηγεί στην τρέλα, δε θα μπορούσε, νομίζω, καλύτερα να αποδοθεί. Ευτυχώς στην επιστροφή περπατήσαμε με τον Π. από το Γκάζι ως το Χίλτον, διαφορετικά δε θα ήξερα τι να το κάνω όλο αυτό το βάρος της παράστασης.
Χθες, πάλι, πήγαμε να δούμε το «Μαζί ποτέ» (καμία σχέση με το ομώνυμο κινηματογραφικό). Πάλι δύο νέοι ηθοποιοί που μας ταξίδεψαν στα πισωγυρίσματα μιας τοξικής σχέσης και του «σ’ αγαπώ, αλλά δε μπορώ να είμαι μαζί σου». Όμορφο κι αυτό. Ειδικά στον ανδρικό ρόλο διέκρινα κάποια θραύσματα του χαρακτήρα μου. Κι ας βιάστηκα να τον χαρακτηρίσω, στη μετέπειτα συζήτηση για την παράσταση, άρρωστο, αφού επέμενε να μένει κολλημένος σε μια αδιέξοδη σχέση. Αλλά έτσι είναι, όταν είναι κανείς πλέον «καθαρός», κρίνει εύκολα και εκ του ασφαλούς. Στα δύσκολα σημεία της παράστασης παρατήρησα το μπροστινό ζευγάρι να κρατιέται απ’το χέρι και το κορίτσι να’χει γείρει στον ώμο του αγοριού. Παραλίγο να μελαγχολήσω, αλλά ευτυχώς ο Π. στην επιστροφή έκανε ένα σχόλιο για την παράσταση, θετικό μεν, αλλά που, έτσι που το εξέφρασε, μου φάνηκε τόσο αστείο που ξέσπασα σε ασυγκράτητα γέλια μέχρι δακρύων. Κι ενώ δε γελάω εύκολα γενικά, το σκεφτόμουν και γελούσα μοναχή μου σα χαζό και στο δρόμο προς το σπίτι και σήμερα στο λεωφορείο προς τη δουλειά και μετά στο γραφείο, ακόμη και τώρα που το σκέφτομαι γελάω! 🙂

❝ δός μοι τοῦτον τὸν ξένον ❞

❝ Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται….❞

Θα’θελα στη χώρα μου να μην υπήρχαν «ξένοι», να μην τους αντιμετωπίζαμε ως τέτοιους. Θα’θελα η επιχείρηση «Ξένιος Ζευς» να ‘χε ως στόχο αυτό ακριβώς που υποδηλώνει τ’ όνομά της και όχι το ακριβώς αντίθετο. Κι ακόμα- μιας και όλα αυτά είναι, δυστυχώς, στη σφαίρα του ιδεατού-  θα’ θελα να μπορούσαμε να συνυπάρχουμε αρμονικά με τους συνανθρώπους μας, παρα τις όποιες διαφορές φυλής, γλώσσας, θρησκείας.
Απ΄την Τετάρτη που’δα τον κύριο Lazhar στο σινεμά, δε μπορώ να ησυχάσω. Σκέφτομαι τους κύριους Λαζάρ  σε κάθε χώρα, σε κάθε γειτονιά, το πόσα έχουν υποφέρει και ποια τραγική ιστορία κουβάλησε τον καθέναν απ’ αυτούς στα μέρη μας. Που αντί να τους αγκαλιάσουμε για όσα έχουν περάσει, κάποιοι τους χαρακτηρίζουν «υπανθρωπους», τους διώχνουν κακήν κακώς, τους καταδιώκουν, τους μισούν. Τόσο μένος απ΄τη μια και τόση κοινωνική ανοχή σ’ αυτό απ’ την άλλη. Θλίβομαι βαθιά. Δε θέλω μια Ελλάδα για τους Έλληνες, θέλω μια Ελλάδα για όλους.
Χάζευα το μεσημέρι απ’ το μπαλκόνι την ταράτσα του απέναντι δίπατου σπιτιού, που το νοικιάζει μια οικογένεια απ’ την Αίγυπτο. Κάθονταν όλοι μαζί με φίλους ή συγγενείς γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, έτρωγαν, μιλούσαν, γελούσαν και έφταναν ως τ’ αυτιά μου άγνωστοι ήχοι, αραβικές λέξεις δυσπρόφερτες και ακατανόητες, μια όμορφη φασαρία. Τους θυμάμαι από τότε που πρωτομπήκαν στο σπίτι, ο άντρας δεν έχει αλλάξει, θυμάμαι την γυναίκα έγκυο, ύστερα τα δίδυμα-ένα αγόρι κι ένα κορίτσι-  να μπουσουλάνε, να σκαρφαλώνουν στα κάγκελα της βεράντας ώσπου τους ανάγκασαν να βάλουν σίτα για προστασία, θυμάμαι τα γλέντια τους κάτι καλοκαιρινά βράδια να γεμίζουν τη γειτονιά με ήχους ανατολίτικους και τις γυναίκες με τα μαντίλια να χορεύουν καθώς οι άντρες χτυπούσαν παλαμάκια. Στην αρχή νοίκιαζαν μόνο ένα δυο δωμάτια, με τον καιρό και καθώς τα δίδυμα μεγάλωναν, έπιασαν όλο τον πρώτο όροφο και την ταράτσα. Δεν κάνουν πια τόσο συχνά γιορτές, όμως φαίνονται ευτυχισμένοι. Τώρα κοιτώ τα δίδυμα αδερφάκια  και σκέφτομαι πόσο  μεγάλωσαν, πώς γίνεται να’χουν περάσει τόσο γρήγορα τα χρόνια. Και πως δε θέλω ποτέ να φύγουν, θέλω να’μαστε για πάντα γείτονες, να μοιραζόμαστε τις καθημερινότητές μας και στον αέρα να μπερδεύονται τα γέλια και οι μουσικές μας. Για πάντα.

Οι γιαγιάδες

Κοιτάζω τις γιαγιάδες που κάθονται δίπλα μου ή στέκονται απέναντί μου στο τρόλεϊ, στο λεωφορείο στο μετρό. Άλλες έχουν μαλλιά βαμμένα, άλλες κατάλευκα, κάποιες έχουν μαλλιά μωβ ή γαλάζια, γιατί δεν τους πέτυχε η βαφή. Άλλες φοράνε γυαλιά, άλλες όχι. Κάποιες είναι βαμμένες έντονα, κάποιες καθόλου. Μερικές είναι ντυμένες δυσανάλογα με τα χρόνια τους, άλλες είναι πιο διακριτικές. Ορισμένες είναι νευρικές, άλλες χαμογελούν μειλίχια, κάποιες είναι αγενείς και κάποιες άλλες γλυκομίλητες και ευγενικές.
Ξεκινώ να τις παρατηρώ από τα χέρια πάντα. Όπως κι αν είναι,  τα χέρια τους πάντα μοιάζουν, έτσι αφημένα όπως είναι πάνω στην ποδιά τους. Έχουν μια παραίτηση αυτά τα χέρια και μια αποδοχή. Του καιρού που πέρασε και του καιρού που μένει; Ίσως…
Ύστερα παρατηρώ τα πρόσωπά τους και πάντα στέκομαι στα μάτια τους. Γερνάνε άραγε τα μάτια; Κάπου διάβασα πως γερνάνε, αλλά δεν ξέρω να το πω με σιγουριά. Δεν εννοώ, βέβαια, τις ρυτίδες. Τα βλέμματα εννοώ, τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Ας πούμε, με τα μάτια των παππούδων, είναι πιο ευκρινές. Έχω παρατηρήσει ότι ορισμένοι παππούδες όσο μεγαλώνουν αποκτούν μιαν αχλή στα μάτια, κάπως σαν να ξεθωριάζουν με τον καιρό. Σαν ν’ αρχίζουν πια προς τα μέσα να κοιτάνε και όχι γύρω τους. Κι αυτό πάλι, όχι πάντα.
Με τις γιαγιάδες, όμως μπερδεύομαι. Ορισμένες έχουν μια σπίθα στα μάτια, νεαρού κοριτσιού. Τις κοιτώ και δεν αντέχω να μην φανταστώ πώς θα ’τανε στα νιάτα τους, στην ακμή της ζωής τους, όταν δροσερά κορίτσια με τα φουστάνια τους θα τσαλάκωναν τις καρδιές των αγοριών της γειτονιάς τους. Προσπαθώ να φανταστώ τα γάργαρα γέλια τους, τα συνωμοτικά πηγαδάκια με τις φιλενάδες τους, τα όνειρά τους. Κι ύστερα σκέφτομαι πώς άραγε να νιώθουν τώρα εκείνα τα κορίτσια, τώρα που η περισσότερη ζωή είναι πίσω τους κι όχι μπροστά. Άραγε να μετράνε απώλειες; Να ’χουν όνειρα; Να ‘ναι ευτυχισμένες; Να’ ναι μόνες; Να’ χουν παιδιά, εγγόνια, σύντροφο;
Να, αυτά σκέφτομαι και νιώθω μια τρυφερότητα και μια αγάπη γι’ αυτές τις γιαγιάδες. Και θέλω έτσι που ’χουν αφημένα τα χεράκια τους  ν’ απλώσω το δικό μου, να τα χαϊδέψω και να τους χαμογελάσω.

παράξενος χειμώνας μπαίνει…

…μα μ’ αρέσει!
Θα’ ναι πιο ζεστός, θα’ χει επιστροφές, ιστορίες καινούριες, μα κι ιστορίες ξαναειπωμένες, καινούριες αρχές, τελείες και αποσιωπητικά, τελείες και παύλες, κι ένα σωρό δρόμους ανοιχτούς που προσμένουν ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια να τους διαβούν!

Σ’ ένα όνειρο από χιόνι …*

Όταν χιονίζει είναι σαν όλοι οι γύρω ήχοι να σταματούν. Αν κάτι αγαπώ στο χιόνι είναι η αυτή η παραμυθένια ησυχία του. Περπατώ και δεν ακούω τίποτα, παρά τον ήχο που κάνει το χιόνι κάτω από τα βήματά μου. Ένα τρίξιμο γνώριμο και καθησυχαστικό. Η πάλλευκη ομοιομορφία τριγύρω σε συνδυασμό με την ησυχία που επικρατεί με κάνουν να νομίζω ότι ίσως και να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο. Μέχρι το βήμα μου να συναντηθεί με το βήμα κάποιου άλλου, που προφανώς (;)  κάνει τις ίδιες σκέψεις. Περπατάμε όλοι προσεκτικά, με βήματα μετρημένα και διστακτικά, μόνο τα παιδιά τρέχουν σαν πάντα ξένοιαστα.
Προηγουμένως βγαίνοντας από το σπίτι συνάντησα στη στροφή δυο πιτσιρίκια, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Το κοριτσάκι έπαιρνε χιόνι από κάτω και το έβαζε στον κορμό ενός δέντρου, σχηματίζοντας μάτια, μύτη και χαμόγελο και φωνάζοντας «j’ai fait un bonhomme!”. Ύστερα και το αγοράκι άρχισε να κάνει το ίδιο. Κι εγώ –να πάρει!- πάλι δεν είχα μαζί τη μηχανή…
Στο γυρισμό πάντως τα μισά δέντρα της γειτονιάς είχαν αποκτήσει χαμογελαστό προσωπάκι.
Μπαίνοντας στο σπίτι και κοιτώντας από το παράθυρο αναρωτήθηκα ποιο παιδάκι να ξέχασε πάνω στο παιχνίδι την τσάντα του στο παγκάκι…

 

 

 

 

*δανεισμένο από τα διάφανα κρίνα.