«Έλα να παίξουμε…»

Ο Αντώνης με προσκάλεσε να  παίξω, κι αφού για παιχνίδια πετάω τη σκούφια μου, ακολουθούν οι απαντήσεις στις 11 ερωτήσεις του. Δεν έκατσα να τις σκεφτώ καθόλου, απαντώ το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό, γιατί έτσι θα είναι, θαρρώ, πιο αντιπροσωπευτικές. Πάμε λοιπόν!

1. Ποιό τραγούδι σ’ έκανε να κλάψεις;
Δε θυμάμαι να κλαίω με κάποιο τραγούδι (ίσως κάποτε με την Αράχνη του Μάλαμα, αλλά δεν είμαι και σίγουρη), θυμάμαι, όμως, την πρώτη φορά που άκουσα το βασικό μουσικό θέμα από την ταινία «The piano», ένιωσα μια περίεργη ζάλη, κάτι σαν ίλιγγο, σαν να είχα πιει πολύ κρασί, κι ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ένιωσα ότι ίσως και η φράση «μέθυσα από ευτυχία» να είναι (και) κυριολεκτική.

2. Πιστεύεις τους καθρέπτες;
Ενίοτε. Τους θρυμματισμένους κατά προτίμηση.

3. Η πρώτη σου σκέψη στη θέα ξέστρωτου κρεβατιού;
Ακαταστασία. (ακούγεται υποχόνδριο, αλλά είναι η πρώτη λέξη που μου’ρχεται στο μυαλό)

4. Αν έχτιζες τον κόσμο απ’ την αρχή, τι θ’ αφαιρούσες; Το χρόνο ή το θάνατο;
Νομίζω τον πρώτο. Ίσως έτσι να μην υπήρχε και ο δεύτερος.

5. Έχει ελλείψεις ο ουρανός;
Θαρρώ πως είναι καλώς καμωμένος.

6. Ποιο σύνθημα θα έγραφες στον τοίχο του σπιτιού σου;
Η ευτυχία υπάρχει.

7. Ποιο μεσημέρι της ζωής σου δεν θα αποχωριζόσουν;
Δε μου είναι μπορετό να ξεχωρίσω ένα μόνο.  Ο νους μου, πάντως, πήγε πρώτα στα καλοκαιρινά μεσημέρια των παιδικών μου χρόνων κι ύστερα σε όσα μεσημέρια ακολούθησαν.

8. Ποιός ήρωας καρτούν σε εξοργίζει;
Ο Γκαστόνε νομίζω.

9. Ο πιο άδικος φόβος σου;
Η μοναξιά.

10. Σε ποιο βιβλίο θα ορκιζόσουν;
Στην Αιολική Γη, του Βενέζη.

11. Τί γεύση έχει η άνοιξη;
Πικραμύγδαλο.

 

*Paul Klee, Flora on the sand.
Advertisements

Πανόρμου

Πρωί Παρασκευής, στη Λουκάρεως. Βλέπει το σταματημένο ταξί έξω από τα δικαστήρια.
-Είστε ελεύθερος; ρωτάει σκύβοντας στο παράθυρο, πριν ανοίξει την πόρτα. Πάντα της φαίνεται μισοαστεία αυτή η ερώτηση.
Ανοίγει την πόρτα, βολεύεται στο πίσω κάθισμα, λέει προορισμό.
-Να πάμε από Πανόρμου ή περιφερειακά; ρωτάει ο ταξιτζής.
Πάντα σ’ αυτή την ερώτηση κοντοστέκεται, δεν απαντά αμέσως.
-Όπως σας βολεύει, λέει τελικά, ρίχνοντάς του το μπαλάκι κι αφήνοντάς τον να αποφασίσει αυτός.
-Ας πάμε από πάνω, λέει εκείνος ξεκινώντας, προκαλώντας της ανακούφιση.
Κι είναι αλήθεια πως νιώθει ξαφνικά μεγάλη ευγνωμοσύνη γι’αυτόν τον άγνωστο ταξιτζή που δεν την αφήνει να αποφασίσει να πάνε από Πανόρμου, που εξαιτίας του -ή, μάλλον, χάρη σ’ αυτόν- θα αποφύγει περνώντας από τη συγκεκριμένη διασταύρωση να στρίψει το κεφάλι της και να κοιτάξει εκείνο το συγκεκριμένο μπαλκόνι, εκείνο το συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο -έτσι κι αλλιώς- είναι και θα είναι πια άδειο. Όχι, δε νιώθει λύπη, είναι κάτι άλλο που δεν ξέρει να το πει. Σαν βραδυφλεγής θυμός που εκδηλώνεται ετεροχρονισμένα, μαζί με ένα παράπονο που δεν έχει πού να το απευθύνει.
Παίρνει βαθιά ανάσα, ο αέρας που μπαίνει απ’ το ανοιχτό παράθυρο τής ανακατώνει τα μαλλιά, χώνεται πιο μέσα στο κάθισμα.
Στο μυαλό της τριγυρνάει αυτό.

Μαθήματα αριθμητικής

doisneauΕίμαι ένας μονός αριθμός.  Με τους ζυγούς αριθμούς δεν έχω πολλά πολλά. Δε θυμάμαι να μου άρεσαν και ποτέ, δηλαδή. Αυτή η αλαζονική αυτάρκειά τους, η αψεγάδιαστη αρτιότητά τους (άρτιοι, άλλωστε, είναι ο μαθηματικός ορισμός για τους ζυγούς)  με ξενίζει. Άρτιοι… τι πλεονεξία, αλήθεια… Να’ ναι όλοι τους ακέραια πολλαπλάσια του 2 και να  διαιρούνται με τον εαυτό τους, με τη μονάδα, αλλά και μεταξύ τους. Σε δυο ίσα μέρη πάντα. Ενώ οι μονοί, απ’ την άλλη, να αρκούμαστε μόνο στον εαυτό μας και τη μονάδα… και ποτέ να μη μπορούμε να μοιραστούμε ή να μοιράσουμε σε ίσα μέρη. Ακόμη και ο ορισμός μας μοιάζει να μας χλευάζει: Περιττοί…

Το 2 μόνο συμπαθώ. Αλλά αυτό δεν με καταδέχεται. Και έτσι ο αριθμός μου μένει πάντα ενικός. Ο εαυτός μου, η μονάδα.

 

 

 

 

* Robert Doisneau, Un musicien sous la pluie.

Η Κ.

picasso-blue-nude

Η Κ. είναι νέα και μάλλον όμορφη. Όμορφη με αυτήν την ομορφιά της ανυποψίαστης νιότης. Έχει φίλους πολλούς και γνωστούς ακόμη περισσότερους. Έχει ανθρώπους ν’ αγαπά και να την αγαπούν, δεν είναι πως δεν έχει. Είναι παιδί της πόλης, έχει ενδιαφέροντα, ταξιδεύει, μαθαίνει, βγαίνει, ξενυχτάει, γελάει.  Έχει τη ζωή μπροστά και όχι πίσω της. Είναι χαρούμενος άνθρωπος, απαισιόδοξη δεν τη λες. Ούτε και γκρινιάρα. Μόνο που όταν γυρίζει σπίτι της καμιά φορά το βράδυ, κλείνει την πόρτα πίσω της και κλαίει.

 

 

 

 

 

* Picasso, Blue nude

Στο τρένο

Ανέβηκε με αργόσυρτο περπάτημα στο τρένο.

Ωστόσο βιαζόταν να φύγει (από τι;).

Δεν υπήρχε κανείς να τον χαιρετήσει στην αποβάθρα.

Έκατσε στη θέση του και χάζευε τους αποχαιρετισμούς των υπολοίπων επιβατών αφηρημένα.

Είχε την αίσθηση ότι κάτι ξέχασε.

Κοίταξε τριγύρω του.

Η βαλίτσα στη θέση της, το εισιτήριο στην τσέπη του.

Μπα, ιδέα του θα ’ταν.

Το τρένο ξεκίνησε σφυρίζοντας.

Ξαφνικά σαν να θυμήθηκε και τινάχτηκε αλαφιασμένος.

Εκεί, στην αποβάθρα είχε ξεχάσει τον εαυτό του.

St.Lazare-Claude Monet

St. Lazare, Claude Monet